Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Πορνεία στη Βυζαντινή Ιερή Γη ( ΜΕΡΟΣ Α' )


Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Παρίσι
Η Ελληνορωμαϊκή οικιακή σεξουαλική δραστηριότητα στηριζόταν σε μία τριάδα: τη σύζυγο, την παλλακίδα και την εταίρα. ....


Ο Αθηναίος ρήτορας του 4ου αι. ΠΚΕ Απολλόδωρος, στον λόγο του Κατά Νεαίρας, όπως μνημονεύεται από τον Δημοσθένη (59.122), αναφέρει ξεκάθαρα ότι «έχουμε τις εταίρες για την ηδονή, και τις παλλακίδες για την καθημερινή περιποίηση του σώματος, αλλά τις συζύγους για να έχουμε νόμιμους απογόνους και μια πιστή φύλακα της οικιακής περιουσίας». 
Όποια κι αν ήταν η αλήθεια για αυτό το οικιακό μοντέλο της καθημερινής ζωής στην αρχαία Ελλάδα,αυτός ο ιδιόμορφος τύπος ‘τριγώνου’ συνέχισε απρόσκοπτα την πορεία του κατά τη ρωμαϊκή περίοδο: η νόμιμη μονογαμία φαίνεται να ήταν μόνο ένα πρόσχημα για την πραγματική πολυγαμία. Η έλευση της Χριστιανοσύνης ανέτρεψε αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Απαγορεύοντας στους έγγαμους άνδρες να διατηρούν παλλακίδες επί ποινή σωματικής τιμωρίας, το εκκλησιαστικό δίκαιο, όπως εξελίχθηκε μέσω των εκκλησιαστικών συνεδρίων, αφαίρεσε απ’ αυτό το τριγωνικό σύστημα ένα από τα τρία συστατικά του.Εφεξής, παρέμειναν μόνο η σύζυγος και η εταίρα.
Εάν πιστέψουμε τους Βίους των όσιων μοναχών της Βυζαντινής Παλαιστίνης, η Ιερή Γη (ιδιαίτερα η Ιερή Πόλη της Ιερουσαλήμ, ο στόχος των προσκυνητών στην καρδιά της χριστιανοσύνης) ήταν γεμάτη από ‘κατοικίες λαγνείας’ και οι πόρνες συναντούσαν τους μοναχούς στις ερημικές τους σπηλιές κοντά στον Ιορδάνη Ποταμό. Έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα παράδοξο: την συνύπαρξη της ιερότητας και της ακολασίας, του Χριστιανικού ασκητισμού και της λαγνείας. Από τον φόβο μήπως ξεχάσουμε ότι η αρετή καθίσταται άνευ σημασίας χωρίς την διαφθορά, ότι η ιερότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την χυδαιότητα, ένας Γνωστικός ύμνος του 5ου αι. από το Nag-Hammadi της Μέσης Αιγύπτου διακήρυττε: «Είμαι Εκείνη που τιμάται και περιφρονείται. / Είμαι η Αγία και η πόρνη. / Είμαι η παρθένος και η σύζυγος. / Είμαι η γνώση και είμαι η άγνοια. / Είμαι η δύναμη και είμαι ο φόβος. / Είμαι άθεη και είμαι το Μεγαλείο του Θεού».
Στην Παλαιά Διαθήκη, η Ιερουσαλήμ εμφανιζόταν ως η Πόρνη σε έσχατη ανάγκη εξαγνισμού δια της θεϊκής τιμωρίας (Εζ. 16 και 23). Η κατάπτωσή της ερχόταν σε αντιπαράθεση με την αρχική της πίστη: «Πώς η πιστή πόλη έχει καταντήσει πόρνη, αυτή που ήταν η ίδια η δικαιοσύνη!» θρηνολογεί ο προφήτης Ησαΐας (1:21). Ο άγιος Ιωάννης χρησιμοποίησε το επίθετο Πόρνη «ντυμένη με ακριβό λινό και πορφυρό και κόκκινο, και επικαλυμμένη με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια!» (Αποκ. 18.16-17) για την ειδωλολατρική Μεγάλη Πόλη, τη Βαβυλώνα, τη Ρώμη και τελικά για οποιαδήποτε μεγάλη πόλη. Μια παρόμοια άποψη εκφράστηκε από τους ραββίνους του Βαβυλωνιακού Ταλμούδ τον 5ο αι. μ.Χ., οι οποίοι θεωρούσαν ότι ένας εργένης που κατάφερνε να παραμείνει αγνός σε μια μεγάλη πόλη ήταν χωρίς αμφιβολία ένας υπερβολικά ευσεβής άνθρωπος. Παρομοίως, οι μοναχοί της Νιτρίας (σημερινή Wadi Natrun), των Κελλιών και της Σκήτης στην Αίγυπτο και εκείνοι της Ερήμου της Ιουδαίας στην Παλαιστίνη, θεωρούσαν ότι η πόλη ήταν κατεξοχήν ένα άντρο ακολασίας, πειρασμού και αμαρτίας. Λιμάνια με διεθνείς θαλάσσιους εμπορικούς δεσμούς όπως η Αλεξάνδρεια και η Βηρυτός, και η οικουμενική Χριστιανική πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ, παρείχαν στους πανδοχείς και στις πόρνες μια κοσμοπολίτικη πελατεία από κατοίκους, ταξιδιώτες και προσκυνητές.
Ελεύθερη πορνεία
Σε δρόμους
Τα βυζαντινά ερωτικά επιγράμματα, ιδιαίτερα εκείνα του Αγαθία Σχολαστικού του 6ου αιώνα, περιγράφουν γενικά συναντήσεις με πόρνες του δρόμου.Τα ελικοειδή, σκοτεινά σοκάκια της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ ήταν ιδιαζόντως κατάλληλα για αποπλάνηση από τις scortae erraticae ή τις ambulatrices. Παραμόνευαν κάτω από τις ψηλές αψίδες που γεφύρωναν τους δρόμους της Ιερής Πόλης και ανεβοκατέβαιναν την cardo maximus. Στις μικρές πόλεις της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Παλαιστίνης, ωστόσο, φαίνεται ότι οι πλατείες (και όχι οι δρόμοι) αποτελούσαν τα αγαπημένα λημέρια των ιερόδουλων. Ο ραββί Judah σχολίασε: «Πόσο τέλεια είναι τα έργα αυτών των ανθρώπων [των Ρωμαίων] ! Έφτιαξαν δρόμους, έχτισαν γέφυρες, ίδρυσαν λουτρά!» Ο ραββί Yose παρέμεινε σιωπηλός. Ο ραββί Simeon ben Yohai απάντησε, «Ό,τι έφτιαξαν, το έφτιαξαν για τον εαυτό τους· οικοδόμησαν αγορές, για να εγκαταστήσουν πόρνες σε αυτές· λουτρά για να ξανανιώνουν· γέφυρες για να εισπράττουν διόδια» (Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, Shabbat 33b).
Σε σπίτια
Κάποιες πόρνες εργάζονταν στο σπίτι, για λογαριασμό δικό τους, όπως η Μαρία η Αιγύπτια της οποίας τον Βίο κατέγραψε τον 6ο αιώνα ο Σωφρόνιος, ο τελευταίος Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ πριν από την Αραβική Κατάκτηση, ή για κάποιον προαγωγό. Από τις μαρτυρίες της νομοθεσίας του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού στα μέσα του 6ου αιώνα, ιδιαίτερα στηNovella 14 εκ 535, καθίσταται φανερό ότι η παροχή στέγης ήταν μέρος της συμφωνίας που έκλειναν οι προαγωγοί της Κωνσταντινούπολης με τους πατεράδες των νεαρών κοριτσιών, στις αγορές της επαρχίας που τις αγόραζαν. Στέγη δε σήμαινε απαραίτητα σπίτι, και συχνά δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια παράγκα, καλύβα ή δωμάτιο. Οι βυζαντινές ιερόδουλες περιορίζονταν στις ‘περιοχές με τα κόκκινα φανάρια’ με τον ίδιο τρόπο που οι πόρνες στην Ρώμη ζούσαν και εργάζονταν στην Subura και κοντά στο Circus Maximus, δηλαδή στα βόρεια και στα νότια της Αγοράς. Ο Λεόντιος επίσκοπος Νεαπόλεως περιγράφει, στο έργο Βίος Ιωάννου του Ελεήμονος, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, στα τέλη του 6ου αιώνα, έναν μοναχό που έρχεται στην Τυρό για κάποια δουλειά. Καθώς περνούσε από ‘το μέρος’, τον πλησίασε μια ιερόδουλη φωνάζοντας: «Σώσε με, Πατέρα, όπως ο Χριστός έσωσε την πόρνη», όπως αναφέρεται στο κατά Λουκά 7:37. Αυτές οι συνοικίες ήταν γενικά οι πιο φτωχικές περιοχές της πόλης. Το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Pesahim 113b) αφηγείται πως ο ραββί Χανινά και ο ραββί Χοσάια, και οι δύο φτωχοί τσαγκάρηδες στη Γη του Ισραήλ, διέμεναν σε έναν δρόμο ιερόδουλων για τις οποίες έφτιαχναν παπούτσια. Οι ιερόδουλες είχαν τόσο εντυπωσιαστεί από την αγνότητα των ραββίνων (γιατί δε σήκωναν ούτε τα μάτια τους για να κοιτάξουν τα κορίτσια) που κατέληξαν να ορκίζονται ‘στη ζωή των αγίων ραββίνων του Ισραήλ’!
Σε ταβέρνες
Στις ταβέρνες των πόλεων (tavernae) καθώς και στα σημεία που σταματούσαν για να αλλάξουν σέλες (mutationes) ή για να διανυκτερεύσουν (mansiones) κατά μήκος του επίσημου ρωμαϊκού οδικού δικτύου (cursus publicus), όλες οι ανάγκες των ταξιδιωτών καλύπτονταν από τις σερβιτόρες. Τους σέρβιραν κρασί, χόρευαν μαζί τους και συχνά τους οδηγούσαν στα δωμάτια του επάνω ορόφου. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Ιουστινιάνειο Κώδικα, μια σερβιτόρα δεν μπορούσε να διωχθεί για μοιχεία, εφόσον θεωρούνταν ούτως ή άλλως ότι ήταν ιερόδουλη (JC 9.9.28). Για να εμποδίσουν τους χριστιανούς ταξιδιώτες να πέφτουν θύματα τέτοιου είδους σεξουαλικών κινδύνων, οι εκκλησιαστικοί κανόνες απαγόρευαν στους κληρικούς να εισέρχονται σε τέτοια ιδρύματα. Σύντομα, επομένως, εκκλησιαστικά ξενοδοχεία (xenodochia) και πανδοχεία ειδικά για προσκυνητές (pandocheia) που διευθύνονταν από μέλη του κλήρου άρχισαν να ξεπετάγονται κατά μήκος των διαδρομών των προσκυνητών.
Ιδρυματοποιημένη πορνεία
Οίκοι ανοχής
Η πορνεία ήταν, επίσης, ιδρυματοποιημένη με τη μορφή οίκων ανοχής, τους οποίους ο Γιουβενάλης ονόμαζε lupanaria(Σάτιρες 11.172-173) και ο Οράτιος fornices (Επιστολές 1.14.21). Τον έκτο αιώνα ο Ιωάννης Μόσχος περιέγραψε στο Λειμωνάριο ένα ‘σπίτι πορνείας’ στην Ιεριχώ ή ακόμα πιο ασαφώς μία ‘κατοικία λαγνείας’ στην Ιερουσαλήμ (Λειμών 17). Οι ιερόδουλες που εργάζονταν σε αυτά τα ιδρύματα ήταν σκλάβες και αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο του μαστροπού (leno) ή της ‘Μαντάμ’ (lena). Το αποκαλύπτει το ίδιο το όνομα μιας πόρνης στην Τύρο που προσκάλεσε έναν μοναχό να τη σώσει – Κυρία Πορφυρία. Ήταν τόσο συνηθισμένη ως ‘Μαντάμ’ να διατάζει άλλες γυναίκες ώστε, αφού αναμορφώθηκε και έπεισε και άλλες πόρνες (προφανώς τα πρώην ‘κορίτσια’ της) να εγκαταλείψουν την πορνεία, τις οργάνωσε σε ένα γυναικείο κοινοβιακό μοναστήρι του οποίου έγινε η ηγουμένη – το κατοπτρικό είδωλο του οίκου ανοχής της.
Ένας Βυζαντινός οίκος ανοχής ήρθε πρόσφατα στο φως κατά τη διάρκεια ανασκαφών που διεξάγονταν στην Bet She ‘an, την αρχαία Σκυθόπολη, πρωτεύουσα της Πρώτης Παλαιστίνης.[6] Στην καρδιά αυτής της ακμάζουσας μητρόπολης, ένα Ρωμαϊκό Ωδείο που ιδρύθηκε το δεύτερο μισό του δεύτερου αιώνα καταστράφηκε μερικώς τον έκτο αιώνα. Τα Βυζαντινά Λουτρά εφάπτονταν με τη δυτική του πλευρά. Στα νοτιοδυτικά, η δεύτερη σειρά μαγαζιών του δυτικού προστεγάσματος της εντυπωσιακής Οδού της Παλλάδος είχε επίσης κατεδαφιστεί ώστε να δημιουργηθεί χώρος για μια ημικυκλική εξέδρα (13x15m). Κάθε ήμισυ της εξέδρας περιελάμβανε έξι τραπεζοειδή δωμάτια με εξώπορτες. Κάποια από αυτά τα δωμάτια άνοιγαν επίσης προς έναν διάδρομο ή ένα χολ στο πίσω μέρος του κτιρίου. Σε ένα δωμάτιο μια σκάλα οδηγούσε σε έναν άνω όροφο. Μερικά δωμάτια είχαν εσοχές με αυλάκια στους τοίχους για ξύλινα ράφια. Οι αψίδες και στα δύο άκρα της εξέδρας και στο κέντρο του ημικυκλίου, καθώς και οι προσόψεις των δωματίων, έφεραν επικάλυψη μαρμάρινων πλακών, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν χαθεί, μένοντας μόνο οι τρύπες των καρφιών που στήριζαν αυτές τις πλάκες στη θέση τους. Οι εσωτερικές όψεις των τοίχων αυτών των δωματίων αναδεικνύουν δύο στρώσεις χοντροκομμένου λευκού ασβεστοκονιάματος.
Το πάτωμα αυτών των δωματίων ήταν επιστρωμένο με ψηφιδωτά τα οποία απεικόνιζαν γεωμετρικά μοτίβα που ενέκλειαν ελληνικά ποιήματα, ζώα και φυτά, και τελικά, σε ένα έμβλημα, μια μεγαλειώδη Τύχη στεφανωμένη με τα τείχη της Σκυθόπολης, που κρατούσε Κέρας της Αμαλθείας. Τα επιδαπέδια ψηφιδωτά κάποιων δωματίων αντικαταστάθηκαν αργότερα από τούβλα ή από ένα στρώμα συνθλιμμένου ασβέστη. Ίχνη επιδιορθώσεων με ασβεστοκονίαμα στα ψηφιδωτά και η εισαγωγή ταβλών σε άλλα δωμάτια υποδηλώνουν ότι το κτίριο είχε περάσει από πολλά στάδια κατασκευής. Ένα ημικυκλικό προαύλιο (21x30m) εκτεινόταν μπροστά από τα δώδεκα δωμάτια. Από τη μεριά του δρόμου είχε αποκλειστεί από μια σειρά δωματίων, τα οποία συσσωμάτωναν τα καταστήματα που βρίσκονταν πριν στο βόρειο άκρο του προστεγάσματος της Οδού της Παλλάδος, ενώ είχαν τεθεί σε διαφορετική χρήση. Αυτή η σειρά δωματίων πιθανότατα διακοπτόταν από την κύρια είσοδο του συγκροτήματος, που άνοιγε πάνω σε ένα προστέγασμα με ένα opus sectile πάτωμα με μαύρο και άσπρο μάρμαρο. Το περίπου δύο μέτρων πλάτους προστέγασμα επέτρεπε την πρόσβαση από τον δρόμο. Το προστέγασμα και τα δωμάτια είχαν οροφή από κεραμίδια. Η εξέδρα κατεδαφίστηκε στα τέλη του έκτου αιώνα ή στις αρχές του έβδομου αιώνα.
Οι θάλαμοι της εξέδρας της Bet She an μιμούνταν τα κελιά του lupanarium της Πομπηίας, το οποίο αποτελούνταν από ισόγεια δωμάτια, το καθένα εξοπλισμένο με ένα πέτρινο κρεβάτι και μια μαξιλάρα. Μια εξωτερική σκάλα παρείχε πρόσβαση στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου στο οποίο άνοιγαν άλλα πέντε ευρύχωρα δωμάτια. Στην Bet She ‘an, οι πίσω πόρτες μερικών δωματίων στο ισόγειο επέτρεπαν στους πελάτες που ήθελαν να παραμείνουν ανώνυμοι να εισέλθουν σε μια κατοικία λαγνείας χωρίς να είναι ορατοί από την κύρια οδό και έτσι να ικανοποιήσουν λαθραία τις σεξουαλικές τους φαντασιώσεις.
Το προστέγασμα στο οποίο τα κορίτσια σεργιάνιζαν με την ελπίδα να προσελκύσουν περαστικούς από την oδό της Παλλάδος, καθώς επίσης και από τα γειτονικά Βυζαντινά Λουτρά, ήταν τμήμα ενός συναρπαστικού δικτύου: πλάνεμα στα Λουτρά, στο προστέγασμα και στην αυλή της εξέδρας, ακολουθούμενο από σεξ στους θαλάμους· στο πίσω μέρος του κτιρίου, ένα σύστημα εισόδου-εξόδου για υποτιθέμενους ‘αξιοσέβαστους πελάτες’.
Ιεραρχία και κανονισμοί στην πορνεία
Υπήρχαν δύο κατηγορίες βυζαντινών ιερόδουλων: από την μια μεριά, θεατρίνες και εταίρες (scenicae), από την άλλη, φτωχές ιερόδουλες (pornai) που δραπέτευαν από την αγροτική φτώχια και παγιδεύονταν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη και η Ιερουσαλήμ. Εκεί, ακόμα μεγαλύτερη ένδεια της έσπρωχνε κατευθείαν στα αρπακτικά νύχια απατεώνων και μαστροπών.
Θεατρίνες και εταίρες
Οι scenicae συμμετείχαν σε μια συντεχνία που στόχευε κυρίως στους θεατρόφιλους. Έχει περιγραφεί ως μια ‘κλειστή συντεχνία’, εφόσον οι κόρες αναλάμβαναν τη δουλειά των μανάδων. Το κλασικό παράδειγμα είναι αυτό της μητέρας της μέλλουσας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας, η οποία έβαλε τις τρεις νεαρές κόρες της να παίξουν στη σκηνή ασελγή έργα. Ο ποιητής Οράτιος περιέγραψε στις Σάτιρές του (1.2.1) κορίτσια από τη Συρία (των οποίων το όνομα ambubaiae πιθανώς κατάγεται από την συριακή λέξη για τον αυλό, abbut ή ambut) που ζωντάνευαν τα συμπόσια χορεύοντας λάγνα με καστανιέτες κάτω από τον ήχο αυλών. Ο Σουητόνιος απλά τις εξομοίωνε με πόρνες (Νέρων 27). Για αυτό το λόγο ο Ιάκωβος, Επίσκοπος της Σαρούγ (451-521) στη Μεσοποταμία, προειδοποιούσε στο Τρίτο του Κήρυγμα για τα Θεάματα του Θεάτρου ότι ο χορός είναι «η μητέρα κάθε λαγνείας» που «υποκινεί με ασελγείς χειρονομίες την διάπραξη απεχθών πράξεων». Ένα ψηφιδωτό του έκτου αιώνα στην Madaba στην Ιορδανία απεικονίζει μια χορεύτρια που χτυπά καστανιέτες ντυμένη με διάφανη μουσελίνα δίπλα σε έναν σάτυρο που είναι φανερά ερεθισμένος σεξουαλικά.
Σύμφωνα με τους Βίους των Ανατολικών Αγίων του Επισκόπου Ιωάννη της Εφέσου του πέμπτου αιώνα, η σύζυγος του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού ήταν γνωστή στους Σύριους μοναχούς ως ‘η Θεοδώρα που προέρχεται από οίκο ανοχής’. Η καριέρα της αποδεικνύει ότι οι Βυζαντινές εταίρες όπως οι Αρχαίες Ελληνίδες εταίραι μπορούσαν να αναρριχηθούν σε θέσεις με επιρροή στις υψηλές σφαίρες της πολιτικής. Πολύ πριν την εφηβεία της η Θεοδώρα εργαζόταν σε έναν οίκο ανοχής της Κωνσταντινούπολης όπου, σύμφωνα με την Απόκρυφη Ιστορία του αυλικού-ιστορικού Προκόπιου Καισαρείας, απασχολούνταν με φτηνό μισθό από σκλάβους, καθώς το μόνο που μπορούσε να κάνει τότε ήταν να παίξει το ρόλο μιας ‘αρσενικής πόρνης’. Μόλις έγινε σεξουαλικά ώριμη βγήκε στην σκηνή, αλλά εφόσον δεν ήξερε να παίζει ούτε αυλό ούτε άρπα, ούτε να χορεύει, έγινε μια κοινή εταίρα. Μόλις προήχθη στον βαθμό της θεατρίνας γδύθηκε μπροστά στους θεατές και ξάπλωσε πάνω στη σκηνή. Οι σκλάβοι άδειασαν κουβάδες με δημητριακά στα γεννητικά της όργανα, τα οποία ράμφιζαν χήνες. Παρέθετε συχνά συμπόσια επιμελώς, προσφέροντας τον εαυτό της σε όλους αδιακρίτως, ακόμα και στους χαμάληδες. Ακολούθησε στη Λιβύη έναν εραστή που είχε διοριστεί Κυβερνήτης της Πεντάπολης. Σύντομα, ωστόσο, αυτός την ξεφορτώθηκε και αυτή εφάρμοσε τα ταλέντα της στην Αλεξάνδρεια και μετέπειτα σε όλη την Ανατολή. Μετά την επιστροφή της στην Κωνσταντινούπολη μάγεψε τον Ιουστινιανό, που τότε ήταν μόνο ο διάδοχος του αυτοκρατορικού θρόνου. Αυτός εξύψωσε την ερωμένη του στον βαθμό της Πατρικίας. Μετά τον θάνατο της Αυτοκράτειρας, θείας του και συζύγου του Ιουστίνου Β΄ (που δε θα επέτρεπε μια εταίρα στην αυλή), ο Ιουστινιανός εξανάγκασε τον θείο του Ιουστίνο Β΄ να ακυρώσει το νόμο που απαγόρευε στους συγκλητικούς να παντρεύονται εταίρες. Σύντομα έγινε συν-αυτοκράτορας με τον θείο του και μετά τον θάνατο του τελευταίου, ως μόνος αυτοκράτωρ, τοποθέτησε αμέσως την σύζυγό του στον θρόνο (Ανέκδοτα 9.1-10).
( συνεχίζεται )...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..