Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Όργια, μαστιγώματα και ευθανασία στην Αρχαία Ελλάδα ( ΜΕΡΟΣ Β')


Οι ερωτικές ολονυχτίες της Αθήνας
Εξίσου εύκολα με την κοινωνική του παρουσία το εξωλογικό στοιχείο μπορούσε να λειτουργήσει ως διαιτητής στον ατέρμονο αγώνα κυριαρχίας μεταξύ των δύο φύλων.....


 Δεν υπάρχει χαρακτηριστικότερη εικόνα της αρχαιότητας από το συμπόσιο, αυτή τη σύναξη καλής συντροφιάς με τη συνοδεία εκλεκτού φαγητού, ποτού και διαλόγου – αλλά όχι γυναικών. Εξόριστο από τον «ανδρώνα» στην ηθική της εποχής, το άφαντο έτερον ήμισυ προσφεύγει σε δικές του τελετουργίες για να οριοθετήσει τη θέση του. Αν στον καιρό της ισότητας το «bachelor’s party» (πάρτι εργένηδων) έχει το φυσιολογικό αντίστοιχό του στη «hen night» (νύχτα της εργένισσας), η ανισότητα της αρχαιότητας επιβάλλει, σύμφωνα με τον αμερικανό κοινωνιολόγο Ρίτσαρντ Σένετ, απέναντι στην ανδρική κοινωνική πρακτική του συμποσίου να τεθεί η γυναικεία θρησκευτική λατρεία του Αδωνη. Και μάλιστα με μια μάλλον επίμαχη διάσταση: «Τα Αδώνια», επισημαίνει ο Σένετ στο «Flesh and Stone. The Body and the City in Western Civilization» (εκδ. W. W. Norton & Company), «εξυμνούν τη γυναικεία σεξουαλική επιθυμία».
Ο μύθος θέλει τον Αδωνη αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ Αφροδίτης και Περσεφόνης με τον Δία σε ρόλο επιδιαιτητή. Τη σολομώντειο λύση της διανομής του χρόνου του στα τρία, ακολουθεί η απόφαση του Αδωνη να χαρίσει τον προσωπικό του χρόνο στη θεά του έρωτα και, τέλος, ο θάνατός του από τους χαυλιόδοντες ζηλόφθονου κάπρου σταλμένου από την Αρτεμη, τον Αρη ή τον Απόλλωνα στο πλαίσιο της διευθέτησης κάποιας από τις άπειρες βεντέτες των Ολύμπιων. Συνώνυμο της ηδονής, τιμημένος από την Αφροδίτη για τη μορφή του έρωτα που εκπροσωπούσε, ο Αδωνης βρισκόταν στους αντίποδες του Ηρακλή: ήταν μια προσωπικότητα του πανθέου που δεν κατανάλωνε θηλυκά με απληστία και λαιμαργία, όπως ο κατά συρροήν ερωτύλος ημίθεος ο οποίος στην επίγεια θητεία του έγινε πατέρας 72 γιων και μίας κόρης, αλλά ταυτιζόταν με την ικανοποίηση του γυναικείου φύλου.
Αποκλειστικά γυναικεία διαδικασία, ο εορτασμός του στην κλασική Αθήνα στα μέσα του Ιουλίου είχε αποκτήσει τη φήμη δραστηριότητας με λάγνα αστεία και παράνομους έρωτες: περιελάμβανε ολονυχτίες στις στέγες των οικιών, χορούς, μεθύσια και, για κάποιους μελετητές τουλάχιστον, λεσβιακές συνευρέσεις. (Η Σαπφώ στη σωζόμενη ποίησή της αναφέρεται ρητά στη λατρεία του: «- Πεθαίνει, Κυθήρεια, ο ευγενικός Αδωνις, τι να κάνουμε; – Χτυπήστε τα στήθη σας, κόρες, και σχίστε τους χιτώνες σας».)
Η επίσημη πολιτεία απέφευγε να αναγνωρίσει τα Αδώνια ή να τα εντάξει στο εορτολόγιο – επρόκειτο για ανεπίσημο θεσμό που οι άνδρες σχολίαζαν είτε κοροϊδευτικά ως σκανδαλιστική περίσταση (όπως ο Αριστοφάνης στη «Λυσιστράτη») είτε επικριτικά ως εφήμερη απόλαυση (όπως ο Πλάτωνας στον «Φαίδρο»). Για κατάργηση, φυσικά, ούτε λόγος. Αν «το έκφυλο στοιχείο και η αναισχυντία βρίσκονται στην καρδιά των Αδωνίων», όπως γράφει ο γάλλος ανθρωπολόγος Μαρσέλ Ντετιέν στο βιβλίο «Οι κήποι του Αδωνη» (εκδ. Πατάκη), ταυτόχρονα η πρακτική λειτουργεί ως «μια εικόνα αποπλάνησης». Οταν «οι εραστές θριαμβεύουν και οι γυναίκες συμπεριφέρονται ως απαιτητικές αφέντρες», επέρχεται ίσως και μια ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων. Κύριοι του οίκου, της αγοράς, της ιδιωτικής και της δημόσιας ζωής, οι άνδρες δεν μπορούν να τα έχουν όλα.
Αυτόχειρες υπέργηροι
Είναι όμως και ο ορθολογισμός των αρχαίων Ελλήνων που θα μπορούσε να οδηγεί σε διαφορετικά μονοπάτια από αυτά που έχουμε συνηθίσει. Παράδειγμα, το παρακάτω απόσπασμα του αρχαίου ιστορικού Ηρακλείδη Λέμβου από τον 2ο αιώνα π.Χ., τμήμα επιτομής του χαμένου σήμερα έργου του Αριστοτέλη «Πολιτείαι»: «Δεδομένου ότι το νησί έχει κλίμα υγιεινό κι οι άνθρωποι φθάνουν σε βαθιά γεράματα, ιδιαίτερα οι γυναίκες, οι κάτοικοι δεν περιμένουν να πεθάνουν από γηρατειά, αλλά πριν αρρωστήσουν ή υποστούν κάποια αναπηρία δίνουν τέλος στη ζωή τους». Εδώ μοιάζει να υποδηλώνεται χαρακτηριστικά η απόσταση που χωρίζει τον σύγχρονο από τον αρχαίο κόσμο: η αμφιλεγόμενη σήμερα πρακτική της ευθανασίας ήταν πλήρως αποδεκτή σε τμήματα της τότε κοινωνίας – εν προκειμένω, στο νησί της Κέας.
Η Αγγελική Πετροπούλου, κύρια ερευνήτρια στο Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, επεσήμανε το 2000 στο άρθρο της «Αρχαίες Πρακτικές Ευθανασίας: Κέα και Μασσαλία» από το βιβλίο «Ευθανασία. Η σημαντική του “καλού” θανάτου» (εκδ. ΕΙΕ) ότι ο Στράβων αναφέρει τον 1ο αιώνα π.Χ. τη φήμη για την ύπαρξη νόμου που «πρόσταζε όσους έχουν περάσει τα εξήντα να πίνουν κώνειο για να επαρκεί για τους άλλους η τροφή», ο οποίος μάλιστα παραλίγο να εφαρμοστεί μαζικά στην περίπτωση μιας πολιορκίας από τους Αθηναίους, ενώ ο Αιλιανός τον 3ο αιώνα μ.Χ. παραθέτει την πληροφορία ότι «είναι έθιμο των Κείων (…) σα να προσκαλούν ο ένας τον άλλο σε επίσημο γεύμα ή εορταστική θυσία, να συγκεντρώνονται, να βάζουν στεφάνια και να πίνουν κώνειο» – μια αυτοκτονία εν είδει συμποσίου. Και ο Ρωμαίος Βαλέριος Μάξιμος, συγγραφέας τον 1ο αιώνα μ.Χ. μιας συλλογής από 967 θαυμαστές και παράδοξες ιστορίες, περιγράφει (ως αυτόπτης μάρτυρας μάλιστα) την «εθελοντική αυτοκτονία με κώνειο» μιας υπέργηρης αριστοκράτισσας του νησιού.
Η Αφροδίτη Αβαγιανού στο άρθρο της «”Ευθάνατος θάνατος”. Το “καλώς θανείν” στην αρχαία Ελλάδα» εξηγεί τη λογική πίσω από παρόμοιες πρακτικές υπό το πρίσμα με το οποίο κρινόταν η αυτοκτονία: «Η αυτοκτονία λόγω ανανδρίας και δειλίας είναι κατακριτέα», όχι όμως και αυτή για λόγους αιδούς, ενοχής, φόβου δύσκλειας, γήρατος ή ανίατης ασθένειας. «Η αυτοκτονία δεν δημιουργούσε ηθική αντίδραση, αποστροφή, αλλά έδινε στους ανθρώπους μια τιμητική απαλλαγή και απελευθέρωση από μια ανεπιθύμητη και ανυπόφορη ζωή». Εξ ου και οι περιστάσεις αυτοχειρίας υπέργηρων φιλοσόφων (Πυθαγόρας, Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής, Ζήνων ο Στωικός, Διονύσιος Επικούρειος) που μπορούν να θεωρηθούν ως «περιπτώσεις κομψής ευθανασίας». Αν νομίζετε ότι οι αρχαίοι ήταν σαν τους γείτονές σας, ξανασκεφτείτε το.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..