Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Όργια, μαστιγώματα και ευθανασία στην Αρχαία Ελλάδα ( ΜΕΡΟΣ Α' )


Καρασαρίνης Μάρκος
Oι αρχαίοι Ελληνες σκέφτονταν και ενεργούσαν με βάση το δικό τους σύνθετο δίκτυο εννοιών και πρακτικών. Το οποίο περιείχε και μαστιγώματα, και όργια, και γεροντοκτονίες....



«Δεν θα ισχυριστώ ότι οι Ελληνες του 5ου αιώνα π.Χ. (…) παρά τους θεούς, τους δαίμονες, τα μιάσματα, την ενοχή του αίματος, τις θυσίες, τις γιορτές γονιμότητας και τη δουλεία έμοιαζαν πραγματικά σχεδόν τόσο άγγλοι τζέντλεμεν της βικτωριανής εποχής όσο, ας πούμε, κάποιοι άγγλοι τζέντλεμεν της βικτωριανής εποχής ήθελαν να πιστεύουν».
Στις περίφημες διαλέξεις Σάδερ του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, η ανάθεση των οποίων στον κόσμο των κλασικών φιλολόγων θεωρείται ισάξια με την απονομή του βραβείου Νομπέλ, ο βρετανός φιλόσοφος Μπέρναρντ Γουίλιαμς, μιλώντας το 1989 για τις ηθικές αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων, προέβαινε εξαρχής σε μια διευκρίνιση. Οχι ότι οι σύγχρονοι του Περικλή δεν εμφορούνταν από τις πουριτανικές αξίες των συγχρόνων του Καρόλου Ντίκενς, αλλά ότι αντίθετα με τις τρέχουσες αντιλήψεις που τους θέλουν περίπου σαν και εμάς, απλώς χωρίς ηλεκτρισμό και Twitter, οι αρχαίοι σκέφτονταν και ενεργούσαν με βάση το δικό τους σύνθετο δίκτυο εννοιών και πρακτικών.
Δύο όψεις της αρχαιότητας μοιάζει να καλλιεργεί για το ευρύ κοινό ο 21ος αιώνας: μία ποπκόρν κινηματογραφική βερσιόν με λογχοφόρους πολεμιστές («Τροία», «Αλέξανδρος», «300» σέρνουν τον χορό) και έναν αποκαθαρμένο εκλαϊκευτικό πίνακα με φιλοσόφους και χιτώνες («Ο Πλάτωνας στο Googleplex» της φιλοσόφου Ρεμπέκα Νιουμπέργκερ Γκόλντσταϊν ή το «Τι θα έκανε ο Αριστοτέλης;» του ψυχολόγου Ελιοτ Κοέν αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα). Εκείνο που ξεχνάμε στη χολιγουντιανή εκδοχή της αρχαιότητας είναι τα πάντα πέρα από το φολκλόρ.
Εκείνο που ξεχνάμε στην εξιδανικευμένη εικόνα της είναι οι λεπτομέρειες των αντιφάσεων που καθιστούν τον αρχαίο κόσμο πραγματικά συναρπαστικό.
Γιατί εκτός από φιλοσοφία, ορθολογισμό και υψηλές έννοιες, η αρχαία Ελλάδα είναι μια κοινωνία που παράγει σε αντίστοιχες ποσότητες και θρησκευτικό ζήλο, τελετουργίες με σεξουαλικές συνδηλώσεις ή πρακτικές ευθανασίας. Οι αρχαίοι Ελληνες δεν πιστεύουν μόνο σε σοφιστές και φιλοσόφους που ερμηνεύουν τα φυσικά φαινόμενα με τα εργαλεία της διάνοιας αλλά και σε θεούς και δαίμονες, μάντεις και εξηγητές, ονειρικούς μαντατοφόρους και «σαμάνους», οι οποίοι μεταδίδουν πληροφορίες από κόσμους διαφορετικούς εκείνων της καθημερινής εμπειρίας του αγρού ή της αγοράς.
Ο ίδιος ο Σωκράτης, όχι κανένας λιγότερο φωτισμένος Αθηναίος, παίρνει στα σοβαρά τα όνειρα και τους χρησμούς και διατείνεται ότι υπακούει σε μια εσώτερη φωνή με ευρύτερη από αυτόν εποπτεία των ανθρώπινων πραγμάτων. «Καταδέσεις» και κέρινα ομοιώματα εχθρών προς μαγική κατανάλωση κυκλοφορούν κατά κόρον στην Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ., ενώ τρεις αιώνες αργότερα, στον «παγκοσμιοποιημένο» πια κόσμο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, αστρολόγοι όπως ο Βώλος από τη Μένδη χαίρουν τέτοιας αποδοχής ώστε το όνομά τους να μνημονεύεται στην ίδια πρόταση με εκείνο του Αριστοτέλη.
«Οι άνθρωποι που δημιούργησαν τον πρώτο ευρωπαϊκό ορθολογισμό ουδέποτε υπήρξαν – ίσαμε την ελληνιστική εποχή – “απλοί” ορθολογιστές» θα γράψει ο μεγάλος βρετανός φιλόλογος Ερικ Ρόμπερτσον Ντοντς στο κλασικό έργο του «Οι Ελληνες και το παράλογο» (εκδ. Καρδαμίτσα). Αντίθετα, ήταν άνδρες που μαστιγώνονταν μέχρι θανάτου, όπως στο σπαρτιάτικο έθιμο της διαμαστίγωσης, γυναίκες που συμμετείχαν σε σκανδαλιστικές εορτές όπως τα αθηναϊκά Αδώνια και πρόσωπα που ίσως (ίσως, βέβαια, και όχι) να διέπρατταν γεροντοκτονίες για το κοινό καλό.
Η μάστιγα της Σπάρτης
Τον 4ο αιώνα μ.Χ., ο ρήτορας Λιβάνιος, φιλόσοφος, ειδωλολάτρης, προσωπικός φίλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη και γόνος ξακουστής οικογένειας της Αντιόχειας, αναπολεί στην αυτοβιογραφία του τα χρόνια της φοίτησής του στην Αθήνα, μιλώντας περιληπτικά για όσα είδε στην Ελλάδα. Μεταξύ άλλων, ταξιδεύει στην ιστορική Κόρινθο, όπως όφειλε τότε να κάνει κάθε ευσυνείδητος περιηγητής – παραδόξως, όμως, όχι χάριν της ίδιας αλλά καθ’ οδόν προς κάτι άλλο: πηγαίνοντας να παρακολουθήσει «εορτήν λακωνικήν, τας μάστιγας». Και δεν είναι ο μόνος. Από τον Ξενοφώντα και τον Πλούταρχο ως τον Παυσανία, τον Κικέρωνα και τον Σενέκα, από την κλασική εποχή ως τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, λόγιοι και λοιποί εύποροι της εποχής συρρέουν στη Σπάρτη προκειμένου να δουν με τα ίδια τους τα μάτια ένα αιματηρό έθιμο: τους εφήβους της πόλης να μαστιγώνονται στον Ναό της Ορθίας Αρτέμιδος.
Η «διαμαστίγωσις», όπως πλήθος άλλων ιδιότυπων ρυθμίσεων της αρχαίας Σπάρτης, αποδιδόταν στον Λυκούργο. Ο μυθικός νομοθέτης είχε μετατρέψει, κατά τον Παυσανία, την ανθρωποθυσία κάποιου με κλήρο (που υποτίθεται ότι απαιτούσε προκειμένου να εξευμενιστεί το ξύλινο άγαλμα της θεάς, η λατρεία της οποίας αναγόταν στη μυκηναϊκή εποχή) σε λιγότερο θανατηφόρα πρακτική, αυτή της ετήσιας τελετής μαστίγωσης των εφήβων της πόλης. Οι διάφορες μαρτυρίες συμφωνούν και επαυξάνουν: ο Πλούταρχος παραδίδει ότι οι νέοι μαστιγώνονται με χαρά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας αμιλλώμενοι για τη νίκη που θα κατήγαγε ο τελευταίος που θα έμενε όρθιος, ο Κικέρων ότι κατά την παραμονή του στη Σπάρτη είχε ακούσει πως συχνά η διαδικασία κατέληγε στον θάνατο κάποιων, ο Λουκιανός ότι όσοι χάσουν τη ζωή τους τιμώνται με αγάλματα σε δημόσιο χώρο, ο Σενέκας ότι οι ίδιοι οι πατέρες προτρέπουν τους γιους τους να μην εγκαταλείψουν ακόμη και αν είναι ετοιμοθάνατοι. Και για όσους δύσπιστους έτρεφαν αμφιβολίες για το αυθεντικό της διαδικασίας, ο Παυσανίας προσθέτει ότι αν κάποιοι δοκίμαζαν να τη νοθεύσουν καταφέρνοντας «χαϊδευτικά» χτυπήματα σε όμορφους νέους ή σε συγγενείς υψηλά ιστάμενων, το ξύλινο άγαλμα βάραινε ξαφνικά ώσπου γινόταν ασήκωτο για την ιέρεια που το κρατούσε.
«Πρόκειται στην ουσία για μυητική τελετή» σχολιάζει ο Δημήτρης Κυρτάτας, καθηγητής Ιστορίας της Υστερης Αρχαιότητας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. «Μια δοκιμασία με την οποία εντάσσεται κανείς στην κοινότητα όταν έχει ανδρωθεί. Οταν όμως φτάνουμε πια στον Πλούταρχο και στον Παυσανία, τον 1ο και τον 2ο μ.Χ. αιώνα, δεν υπάρχει τέτοιο πραγματικό αντικείμενο, έχει επιζήσει ως τουριστικό φολκλόρ».
Η Βρετανή Κάθριν Κράιμς στο βιβλίο της «Ancient Sparta. A Re-examination of the Evidence» (εκδ. Manchester University Press) περιγράφει διεξοδικά μια διαδικασία που θυμίζει μάχη, με ολοήμερες «επιθέσεις» των εφήβων στον βωμό της θεάς, «μαστιγοφόρους» που επιχειρούν να τις αποτρέψουν και τον τιμητικό τίτλο του «βωμονίκη» να συνοδεύει διά βίου τους νικητές. Πρόκειται για μια τόσο διάσημη περίσταση ώστε τους πρώτους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας «μεγάλα ακροατήρια από όλη την Ελλάδα σπεύδουν να παρακολουθήσουν τη μαστίγωση».
Το απόγειο όμως της τουριστικής έλξης της διαμαστίγωσης έρχεται τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν ο αριθμός των θεατών αποβαίνει τέτοιος ώστε για χάρη της χτίζεται ολόκληρο μαρμάρινο αμφιθέατρο και εύποροι Ρωμαίοι της εποχής καταφθάνουν προκειμένου να την παρακολουθήσουν από κοντά. Ασχετα αν αυτό που βλέπουν δεν αποτελεί παρά το κενό ουσιαστικού περιεχομένου πλαίσιο ενός ένδοξου παρελθόντος. «Η Σπάρτη λόγω του ότι έχει παρακμάσει εντελώς πολιτικά προσπαθεί να επιζήσει με βάση την πολιτισμική της παράδοση. Δεν είναι στρατιωτική δύναμη, δεν ακολουθεί την “αγωγή”, έχει χτίσει τείχος, οι είλωτες έχουν απελευθερωθεί» σημειώνει ο Δημήτρης Κυρτάτας. Στα ρωμαϊκά χρόνια η αυστηρή Σπάρτη του Λυκούργου επιβιώνει μόνο ως ανάμνηση, «ένα κέλυφος», όπως λέει χαρακτηριστικά.
( συνεχίζεται...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..