Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Πεινασμένα σκυλιά δημοκρατίας


 Μανώλης Δημελλάς

Δεν είναι όλοι ίδιοι, όχι, μοιάζουμε τόσο με τα ανθρώπινα δάχτυλα, άλλοι ποθούν χρήματα, άλλοι ψοφάνε για δόξα και άλλοι τρέχουν, πάνω στο όνειρο της περιπέτειας, καβαλάνε τα θέλω τους και σερφάρουν, με σανίδα το δανεικό μας χρόνο.....



Ας ανεβούμε κι εμείς, στο στραπατσαρισμένο μαγικό χαλί μας, ας ταξιδέψουμε με σύμμαχο τη πλανεύτρα φαντασία, για κάποιο άγνωστο “Μεγάλο χωριό”…
Μια φορά κι ένα καιρό…για μια στιγμή, να δούμε πρώτα τα πρόσωπα του παραμυθιού. Εδώ λοιπόν, έχει αλέκιαστους Βασιλιάδες, τσανακογλύφτες Αυλικούς και μπόλικους Κολίγες, από κείνους που σφαλίζουν τα μάτια και δαγκώνουν μέσα στα σάπια δόντια τους ένα ξινισμένο ξεροκόμματο.
Όσο το χωριό ξεχύλιζε από σκουπίδια και τα στομάχια δεν προλάβαιναν να χωνέψουν τα σφαμένα αγριογούρουνα, οι κολίγοι έκαναν τεμενάδες ή έσφιγγαν τις ιδρωμένες, αδιάφορες παλάμες, από τους σνομπ απεσταλμένους της μεγάλης αυλής.
Κομπάρσος αλλά με σπουδαία σκηνική παρουσία στον σύντομο μύθο μας, ένας γαλαζοαίματος ομορφάντρας, που κάθε βράδυ ξύπναγε από τον ίδιο γλυκό εφιάλτη. Ήταν ντυμένος λέει με στολή, μεγάλο φουσκωτό και πολύχρωμο κουστούμι παλιάτσου, και καλωσόριζε άγνωστο ευγενή κόσμο, στην είσοδο ξενοδοχείου.
Ο ψηλομύτης βαθμοφόρος σηκωνόταν κάθιδρος από τον ύπνο, δεν άντεχε να βλέπει, μέρα και νύχτα, το ίδιο όνειρο. Όμως το χειρότερο από όλα, ήταν που μέσα στον ξύπνιο του καμάρωνε, ευχαριστιόταν απέραντα, που άνοιγε τη μεγάλη ξύλινη πόρτα, και κουβαλούσε τις βαλίτσες από τους ταξιδιώτες. Όσο επέμενε ο εφιάλτης, τόσο πείσμωνε ο ευγενής βαρώνος και έψαχνε την άκρη του νήματος. Ξεκίνησε τα ταξίδια, πήγαινε-έλα στην Ανατολή, εκεί στους τελευταίους μεγάλους μύστες, θα άνοιγε το αστρικό σώμα του στο σύμπαν και επιτέλους, θα ξεσκέπαζε τον ονειρικό του γρίφο.
Από το “Μεγάλο χωριό” δεν πέρασαν φτερωτοί δράκοι, εκείνοι διάλεξαν τις αχόρταγες μεγάλες πόλεις, για να στήσουν τα τσαντίρια τους, όσο για τον δημοφιλή κομπάρσο του “Μεγάλου χωριού”, ξεβρακώθηκε ακόμα και από χαϊδεμένους παλιόφιλους, και στο άψε-σβήσε, έγινε πιο πικρός κι από σκουλικιασμένο αμύγδαλο.
Στις πρωτεύουσες το παραμύθι είχε πιο τρανούς πρωταγωνιστές,
από κείνους που κανονίζουν, αποφασίζουν και βγάζουν καυτά διαγγέλματα. Όλα γραμμένα πάνω στα κεφάλια των κολίγων που τα ήθελαν και λίγο ξυρισμένα.
Το σπουδαιότερο, όλοι, οι υπηκόοι και οι προοδευτικοί πολιτικοί και νομοθέτες, κάνουν βαθιές υποκλίσεις, τεμενάδες, στο άκουσμα της λέξης δημοκρατία.
Εδώ δεν υπάρχουν πεινασμένα κυνηγιάρικα σκυλιά, που να κατασπαράσσουν τους άπιστους, διεφθαρμένους αυλικούς, αυτά μονάχα στις μακρινές, ξένες πολιτείες, αυτές που δεν τις βλέπουμε, όμως εκεί έχει μεταφερθεί όλο το κακό, του επάνω κόσμου μας!
Τέτοιοι ατέλειωτοι φόβοι, καταπίνουν κάθε διαφορετική σκέψη.
Οι ζωές μας γίνονται οι κοντυλοφόροι και το αίμα μας, είναι το ανεξίτηλο μελάνι, για αυτό, το κοντό, συφοριασμένο παραμύθι δίχως τέλος.

Εμείς οι λαδοπόντικοι μικρομεσαίοι και ιδιοκτήτες, μάταια περιμένουμε τον εχθρό του λαού, τον Άρη, να ξεπεζέψει να κατέβει πια από το άλογο, να αρπάξει μερικούς δημοκράτες πρωτευουσιάνους και να τους πνίξει με τα πλοκάμια των ονείρων τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..