Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

«Προαπαιτούμενα τα ντολμαδάκια»


γράφει η Mαρία Κανελλάκη
Τον κιμά τον τσιγαρίζουμε πριν τυλίξουμε τα ντολμαδάκια; Δεν βοηθάει η μνήμη μου.
Της δίνω προθεσμία ως το βράδυ. Πρωί, πρέπει να βράζουν στην κατσαρόλα. Πριν μεσημεριάσει, θα καταφτάσει το κλιμάκιο εμπειρογνωμόνων. Πεθερά, πεθερός, κουνιάδα, μπατζανάκης, παιδιά, ένα σκυλί σαλονιού κι ένα λουράκι. Ο Αντώνης έβαλε βέτο. Αν δεν τους περιποιηθούμε καταλλήλως, θα κόψουν το πακέτο στήριξης. Θα μου το χρεώσει σαν οικογενειακή προδοσία. Κι ο μικρός ξεκινάει ορθοδοντικό. Κι Αγγλικά. Μπι Σίνιορ…ή Σι; Δεν βοηθάει η μνήμη μου......


Διδυμότειχο-μπλουζ η κουζίνα. Το ξημέρωμα με βρήκε να καθαρίζω ένα τσουβάλι πατάτες. Σκοπιά στο μαγειρείο. Αγχωμένο τσιγάρο και πίσω στις πατατόφλουδες. Εναλλάξ με τον Αντώνη. Όπλα, παλάσκες, λαμαρίνες, δίσκοι. Ψητό στο φούρνο και σαλάτες στο ψυγείο. Και τα ντολμαδάκια στην κατσαρόλα. Έβαλα λεμόνι; Tι ώρα θα’ ρθουν; Γιατί η μάνα σου μας τρώει τα συκώτια με τη μαγειρική μου; Γιατί δεν λέει ένα μπράβο γι αυτό που είμαι; Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Δεν βοηθάει η μνήμη μου.
Δύο οι εφιάλτες τούτες τις κρίσιμες ώρες. Να μας κόψουν τη δανειοδότηση. Ή να κόψει το αυγολέμονο. Να βγουν αυτά τα κίτρινα ξερατά στην επιφάνεια της κατσαρόλας και να επιπλέουν σα μύξες. Σιχαίνομαι τα ντολμαδάκια. Και τα οικογενειακά δάνεια εν γένει. Και το καθεστώς εποπτείας ειδικότερα. Και τον τεντωμένο δείκτη. Συνήθως σκοπεύει εμένα. Φράση και ντουφεκιά. «Εμείς στην ηλικία σας, είχαμε κοτζάμ περιουσία και μεγαλώναμε δυο παιδιά!… Όχι σαν εσάς που δεν αξιωθήκατε για δεύτερο…» . Σιχαίνομαι και τη σιωπή σου Αντωνάκη! Με παρατάς σύξυλη στο σκοπευτήριο, με την κυρά-Αγγέλα απέναντι, να ρίχνει επαναληπτικές βολές… Μυρίζει έντονα ο άνηθος ή είναι ιδέα μου;… Μήπως έπρεπε να βάλω μαϊντανό;… Δεν βοηθάει η μνήμη μου.
Μπουκάρει η Καγκελάριος. Κάγκελο όλοι στην είσοδο. Παραλίγο να χαιρετήσω στρατιωτικά. Κρατήθηκα. Παρά πόδα η κόρη. Μ’ ένα σκατουλί πατσαβούρι να γαβγίζει υστερικά. Ξωπίσω, ο ουλαμός. Παιδιά, μπαμπάς παιδιών, μπάλες, τάμπλετ, λασπωμένα παπούτσια. Χλαπαταγή. «Κατουριέμαι σου λέω!…Εγώ δεν πεινάω…Πότε θα γυρίσουμε σπίτι;…Έχω να τελειώσω μια πίστα…Να πλύνεις ΕΣΥ τα χέρια σου!..Όχι…ΔΕΝ σκάω!… ». Δεν έσκασε. Έσκασα εγώ. Τα μαξιλάρια του διθέσιου, γίνανε σκατουλί. Κοίταξα με νόημα τον Αντωνάκη. Συναίνεση και σιωπή. Δήλωσε παρών, αλλά δεν καταψήφισε το αίσχος.
Στο τραπέζι διαπραγματεύσεων. Το πουκάμισο του Αντώνη στάζει ιδρωτάρι, σα χαλασμένη υδρορροή. Το στομάχι μου ναυτικός κόμπος. Τσουγκρίσματα… “Καλώς βρεθήκαμε!…Καινούργιο ριχτάρι; Μπράβο, με γεια σας!..Δεν είχε άλλο χρώμα;… Όοοχι, δε λέω… καλούλι είναι! Τον κιμά δεν τον τσιγάρισες;… Βγάζει μια κρεατίλα… Πού να’ξερες τι έφτιαχνα στην ηλικία σου!… Είχαν να το λένε στο σόϊ του άντρα μου!…Πες Αρίστο!…Θυμάσαι τη συγχωρεμένη τη μάνα σου πώς με καμάρωνε;…H Aγγέλα μου, έλεγε, κορώνα στο κεφάλι μας!…Θυμάσαι Αρίστο;…”
Αμνήμων ο Αρίστος. Κι ο Αντωνάκης. Σιωπηλοί, γλύφουν με αφοσίωση τα κόκαλα στο πιάτο τους. Η επόμενη δόση έχει ήδη εγκριθεί, με αντάλλαγμα τα τελευταία οχυρά αξιοπρέπειας που μας είχαν απομείνει.
Η Αγγέλα χαμογελάει με ύφος μποξέρ που μόλις έριξε νοκ άουτ τον αντίπαλο.
Τον Αντωνάκη Της. Που πάντα θα σέρνει μια κτητική αντωνυμία ξωπίσω του. Πάντα θα θυμάται, αλλά θα σιωπά.
Η αγάπη μπαίνει στην κατσαρόλα, σιγοβράζει στην τσίπα της και γίνεται μια θαυμάσια συνήθεια.
Η ανάγκη όμως;… Σκληρή σαν σόλα!

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..