Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

«Μύθοι» και «αλήθειες» για το Ζάλογγο


8 + 1 ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
«Μύθοι» και «αλήθειες» για το Ζάλογγο
Η πρόσφατη αναφορά της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ, Μαρίας Ρεπούση (κλικ εδώ για το βιογραφικό) στον «Χορό του Ζαλόγγου» προκάλεσε νέα αντιπαράθεση μεταξύ του «ορθόδοξου» και «αναθεωρητικού» στρατοπέδου με περισσότερο πολιτικά παρά ιστορικά ελατήρια.....


«Μύθοι» και «αλήθειες» για το Ζάλογγο
Στα αποσπάσματα που ακολουθούν καταγράφονται συνολικά 9 ιστορικές ή περιηγητικές αναφορές στο Ζάλογγο αλλά και το Σούλι. Κάποιες συμφωνούν μεταξύ τους, άλλες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Υπάρχουν εδώ από λυρικά έως εντελώς αιρετικά σχόλια.
Για εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ως προς την ιστορική αλήθεια, δεν ενδείκνυνται. Δεν αρκούν επίσης για να γεφυρώσουν το χάσμα από την «ιερή αγανάκτηση» ως τον καταναγκασμό της αιρετικότητας. Ικανές είναι μόνον να μάς υπομνήσουν ότι οι διαφορές στην ιστορική καταγραφή είναι τόσο παλιές όσο και η ιστορία. Που, εν παρόδω ας ειπωθεί, δεν χωράει σε κανένα σχολικό εγχειρίδιο και ούτε εμπεδώνεται σε γιορτές.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
Στις αρχές του 1803 η κατάσταση των Σουλιωτών επιδεινώθηκε. Ο Αλής είχε περισφίξει στενά το Σούλι και οι πολιορκημένοι υπέφεραν από έλλειψη τροφής και πολεμοφοδίων. Συγχρόνως ο πονηρός πασάς εκμεταλλεύτηκε τις εσωτερικές έριδες των αντιπάλων του, για να διασπάσει την ενότητά τους. Έστειλε λοιπόν τον Κίτσο Μπότσαρη στο Σούλι με προτάσεις συνδιαλλαγής, υπό τον όρο να αντικαταστήσει αυτός τον Φώτο Τζαβέλα στην αρχηγία. Ο Φώτος οργισμένος από τις προτάσεις αυτές εγκατέλειψε το χωριό του.
Αργότερα όμως δέχτηκε να συζητήσει με τον Αλή νέους όρους συνδιαλλαγής. Προϋπόθεση των συζητήσεων μες τους πολιορκημένους αυτή τη φορά ήταν ότι θα γινόταν ο Φώτος αρχηγός των Σουλιωτών. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής του Αλή ήταν να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις και να απομακρυνθούν και οι δύο ικανοί πολέμαρχοι Από το Σούλι.
Με τη βοήθεια ενός Σουλιώτη προδότη, του Πήλιου Γούση, ο Αλής κατέλαβε τη στρατηγική θέση του χωριού Αβαρίκο και κύκλωσε τους Σουλιώτες. Μερικοί τότε κατέφυγαν στον Λόφο του Κούγκι, όπου βρίσκονταν πολλά γυναικόπαιδα από την αρχή της πολιορκίας, και άλλοι στον λόφο της Μπίρας. Από τις οχυρές αυτές θέσεις οι πολιορκημένοι απέκρουσαν με σθένος τις επιθέσεις των Αλβανών. Στον λόφο του Κούγκι είχε κατασκευάσει ο θρυλικός μοναχός Σαμουήλ ένα μικρό φρούριο, από όπου αμύνονταν οι 400 περίπου υπερασπιστές του λόφου, ενώ η περισσότερο απόκρημνη Μπίρα αποτελούσε οχυρό απόρθητο για τους επιτιθέμενους.
Την 1η Νοεμβρίου η θέση των Σουλιωτών ήταν τραγική. Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου, ο αντιπρόσωπος της Ρωσίας στην Επτάνησο Πολιτεία Μοτσενίγος έλαβε διαταγή από τον Ρώσο καγκελάριο κόμη Βοροντσώφ να δαπανήσει όσα χρειάζονταν για τη διάσωση του Σουλίου. Ήταν όμως πια πολύ αργά. Εξαντλημένοι από την πείνα, τις κακουχίες και από τις αρρώστιες, ορισμένοι άνδρες της φρουράς έκαναν γιουρούσι με τα γιαταγάνια στο χέρι, διέσπασαν τον κλοιό των πολιορκητών και σώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι, ύστερα από απελπισμένη άμυνα μερικών ημερών, παραδόθηκαν με τον όρο να αποσυρθούν με τα όπλα τους ελεύθεροι εκεί όπου θα επιθυμούσαν (12 Δεκεμβρίου 1803). Ο καλόγερος όμως Σαμουήλ, που με πέντε συντρόφους του είχαν μείνει τελευταίοι για να παραδώσουν την αποθήκη τροφίμων και πολεμοφοδίων του Κούγκι, έβαλε φωτιά και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με πολλούς άνδρες του Αλή πασά.
Ο Αλής, που θεώρησε μετά από το γεγονός αυτό τον εαυτό του αποδεσμευμένο από τους όρους της συνθήκης, διέταξε επίθεση εναντίον των Σουλιωτών που έφευγαν προς την Πάργα και το χωριό Ζάλογγο. Η ομάδα που κατευθυνόταν προς την Πάργα κατάφερε πολεμώντας σκληρά να φτάσει στον προορισμό της, όμως οι 100 οικογένειες που είχαν καταφύγει στο Ζάλογγο αντιμετώπιζαν και πάλι τη μανία των Αλβανών. Ένα σώμα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη επέτυχε να διασπάσει τις γραμμές των πολιορκητών, οι υπόλοιποι όμως σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Είκοσι δύο γυναίκες και 6 άνδρες αυτοκτόνησαν πέφτοντας μαζί με τα παιδιά τους από το ψηλότερο μέρος του βουνού στο βάραθρο. Κυνηγημένοι όσοι επέζησαν, αφού – κατά διαταγή του Αλή – δεν τους δέχτηκαν οι Παργινοί, πέρασαν απέναντι στην Κέρκυρα με το πένθος στις ψυχές τους για τους νεκρούς, για τους σκλάβους συγγενείς τους και για τη χαμένη πατρίδα τους.
ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΡΔΑΤΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
«Γιατί όμως τον κακολογούνε (σσ: τον Αλή) οι Έλληνες ιστορικοί; Τον κακολογούν γιατί από το 1821 και ύστερα οι πιο πολλοί Ηπειρώτες και κυρίως οι Σουλιώτες, όπως είπαμε, του έψαλλαν όσα σέρνει η σκούπα.
Θα ρωτήσει όμως κανείς: δεν είναι σωστό ότι ο Αλής χτύπησε τους Σουλιώτες με τον πιο σκληρό τρόπο; Σωστό είναι, αλλά τι ήταν οι Σουλιώτες; Η απάντηση είναι ότι ήταν κλέφτες που ρήμαζαν τα γύρω χωριά.
Το Σούλι ήταν μια βουνίσια περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά Μούργκε (υψ. 1340) Ζεβρούχο (υψ. 1317) και Τούρλιας (υψ. 1082) και στο μέρος που ενώνεται ο Αχέροντας ποταμός με τον Τσαγκαραδιώτικο. Τα βουνά αυτά λέγονταν στα παλιά χρόνια της Κασιόπης.
Οι Σουλιώτες ήταν χριστιανοί Αρβανίτες από τη φυλή των τσάμηδων. Κατά το 17ο αιώνα πήγαν και εγκαταστάθηκαν στο Σούλι (Το Σούλι είναι λέξη αρβανίτικη και σημαίνει δοκός (πάτερο) και στύλος). Στην αρχή ήταν κτηνοτρόφοι. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι δεν είχαν ακόμα ξεπεράσει την αρχέγονη «οργάνωση του γένους». Όπως και οι Μανιάτες ήταν χωρισμένοι σε φάρες (=πατριές) και όλες οι πατριές αποτελούσαν μίαν αμοσπονδία. (Ελληνικά δεν ήξεραν καθόλου.
Όταν αναγκάζονταν να αλληλογραφούν με τον Αλή και με άλλους χριστιανούς πρόκριτους και Τούρκους, είχαν γραμματικούς που τους έγραφαν τα γράμματα. Το ότι δεν ήξεραν την ελληνική πιστοποιείται από το ότι ο Μάρκος Μπότσαρης στην Κέρκυρα το 1809 άρχισε να μαθαίνει τα ελληνικά. Έφτιαξε μάλιστα και ένα λεξικό «της ρομαϊκοίς και αρβανητικοίς απλής». Το χειρόγραφο ήταν ανέκδοτο και φωτοτυπωμένο κυκλοφόρησε το 1926 από το αλβανικό περιοδικό «Diturija», στο Kalendar Kombar με την επιμέλεια του Kristo Luarasi. Το λεξικό το έφτιαξεν ο Μπότσαρης για να μάθουν οι φίλοι και συγγενείς του την απλή ελληνική).
Ο δημοκρατισμός τους για τον οποίο κάνουν λόγο οι αστοί ιστορικοί αντανακλούσε την πρωτόγονη εοργάνωση του γένους και όχι νεώτερες δημοκρατικές αντιλήψεις.
Οι πιο γνωστές φάρες ήταν οι Μποτσαραίοι, οι Τζαβελαίοι, οι Φωτομαραίοι, οι Σεχαίοι, οι Δαγκλήδες, οι Κουτσονίκηδες, οι Μπουσμηναίοι και άλλοι.
Ο μεγαλύτερος συνοικισμός, που ήταν σα να πούμε η πρωτεύουσα, ήταν το Σούλι. Άλλοι συνοικισμοί γνωστοί ήταν η Κιάφα, το Αβαρίκο και η Σαμωνίβα. Όλοι αυτοί οι συνοικισμοί ήταν στα ψηλώματα και γύρω τους ήταν φαράγγια.
Κοντά στην Κιάφα ήταν μια βουνοκορφή που λεγόταν Κιούγκι. Ήταν οχυρωμένο και είχε και εκκλησία.
Για περισσότερα: http://www.24grammata.com/?p=40085#more-40085

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..