Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Το δίκαιο της Καρπάθου, ένα διαχρονικό μάθημα.


 γράφει ο Μανώλης Δημελλάς

-Πάνω από το πτώμα ενός πενηντάχρονου κλαίνε, γυναίκα και  τρία μικρά παιδιά. Δεκαπέντε μέρες πίσω, χτύπησε το εισιτήριο στο λεωφορείο, λίγο πριν τα μεσάνυχτα στον Κορυδαλλό, ήταν και το τελευταίο του,  δεν υπολόγισε πως θα έπεφτε πάνω σε δυο αδέλφια, που όπως φάνηκε είχαν άλλες προθέσεις. Οι άγνωστοι, αφού τον έκλεψαν, τον σκότωσαν, κυριολεκτικά, στο ξύλο.
-Λίγες μέρες πιο πίσω, η νεροποντή έκοψε, με ποτάμια, την πόλη.....


Μια  κοπέλα νεκρή, από ανακοπή, έγειρε μέσα στο αυτοκίνητο της, ενώ έξω ο δρόμος μεταμορφώθηκε σε κοίτη ποταμού.
-Ένας βαρυποινίτης προσπαθεί να την κοπανήσει με ελικόπτερο από την αυλή της φυλακής.
-Στην άγονη γραμμή, στην Κάσο, ο δήμος δεν έχει άνθρωπο, ούτε μια ψυχή προσωπικό, περιμένει, να του επιτραπεί με κάποιο ευφάνταστο νομοθέτημα μια κάποια πρόσληψη.
-Ενώ στην Κάρπαθο, δυο  χρόνια τώρα, οι κάτοικοι πληρώνουν ρεφενέ τη βενζίνη στο ασθενοφόρο, ζούν, όπως όλοι στην άγονη, σαν μετανάστες, ενώ οι μαθητές του τοπικού γυμνασίου χειροκροτούν στο άκουσμα “Χρυσή Αυγή”, την επέτειο της ενσωμάτωσεως Δωδεκανήσου.
Τα παραπάνω γεγονότα, όπως φαίνεται, δεν έχουν καμιά συνάφεια ή σχέση μεταξύ τους, αποτελούν, δυστυχώς, ένα κομμάτι της  καθημερινότητας. Θα πεις, έτσι τα βρήκαμε.
Παρακολουθούμε λοιπόν απίστευτα γεγονότα, εκφράζουμε γνώμες και απόψεις, κυρίως όμως αμφιβάλλουμε σηκώνοντας τους ώμους.
Μπορεί πραγματικά κάτι να αλλάξει;
Σκύβουμε το κεφάλι και τραβάμε  ζαριές ή ακόμη χειρότερα, μοιάζουμε με εραστές της μαθηματικής επιστήμης, που όμως μας καθορίζει το πεπρωμένο.
Κάνω ένα μαγικό ταξίδι, ξανά στον τόπο μου, στη Κάρπαθο, μια σπάνια και κλειστή κοινωνία που μελετήθηκε από τους επιστήμονες για τα ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά, τους άγραφους κανόνες αλλά και την μέθοδο, μέσω της οποίας, όλα αυτά τρύπωναν στα εγκεφαλικά κύτταρα και περνούσαν από γενιά σε γενιά, κάπως σαν Θεϊκή επιλογή.
Η δομή της μικρής κοινωνίας ξεκινά από την οικογένεια, οι γυναίκες είχαν ένα ρόλο, να γεννήσουν και να αναθρέψουν παιδιά, όποια έκανε κάτι διαφορετικό έμεινε τουλάχιστον σαν περίεργη.
Οι περισσότεροι άντρες, μετανάστες, έλιωναν μέσα σε κουζίνες για να ταΐσουν τις φαμίλιες. Μα από την γέννηση ξεκινούσε ο διαχωρισμός, πρώτα από όλα το όνομα, το γνωστό παιγνίδι με το ανέστεμα, το δόσιμο ονομάτων του παππού και της γιαγιάς και παράλληλα το ψυχολογικό δέσιμο του παιδιού με την οικογένεια.
Όμως το σκληρό παιγνίδι παιζόταν με τα πρωτόκοκα παιδιά.
Ο πρωτογιός κληρονομούσε την πατέρα, ενώ η πρωτοκόρη έπαιρνε όλη την περιουσία της μάνας.
Φρόντιζαν στη συνέχεια οι γάμοι να γίνονται ανάμεσα στα πρωτότοκα παιδιά των οικογενειών, αυστηρά του χωριού, έτσι ενώ οι περιουσιές άλλαζαν χέρια, δεν είχαν καμμιά μεταβολή στην έκταση τους. Το χειρότερο, ήταν η σταθερή, ακραία συμπεριφορά στα υπόλοιπα, τα δευτερότοκα παιδιά. Εκείνα δεν είχαν αξιώσεις κληρονομιάς, παρά μόνο από τυχαία άκληρους συγγενείς.
Με χειρωνακτικές εργασίες στα κτήματα και τα σπίτια των πρώτων, μεγάλων αδελφών, κατέληγαν να υπηρετούν τις οικογένειες των κανακάρηδων.
Δεμένα πίσω από το άρμα των φοβικών συνδρόμων, της μοναξιάς και της απομόνωσης, αλλά και των κοινωνικών σχολίων, των κουτσομπολιών, από τους καλοθελητές γείτονες, ακολουθούσαν τυφλά την προδιαγραμμένη μοίρα.
Η συγκρότηση και η δομή της κοινωνίας στο νησί δεν έπαιρνε την παραμικρή αμφισβήτηση, δεν χωρούσε στο μυαλό αμφιβολία λάθους ή παρερμηνείας των παραπάνω, άγραφων κανόνων.
Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν μεσαιωνικές ιστορίες, όμως μόλις το 1980, ο Γ.Σ., ενώ παίζει χαρτιά σε καφενείο του χωριού, μαθαίνει από τους περαστικούς πως η καμπάνα και οι τουφεκιές στον αέρα είναι από το δικό του λογοδόσημο. Οι γονείς αποφάσισαν, επέλεξαν τη γυναίκα που κατόπιν στεφανώθηκε.
Η φτωχή, κατά κοινή ομολογία, Κάρπαθος, έπρεπε να αναπτύξει ένα σύστημα επιβίωσης, μέσω αυτής της ακραίας μορφής εκμετάλλευσης και  εύκολα να μπαίνει, να κυριεύει, τους ανθρώπους πέρα από τα όποια αρνητικά σχήματα.
Κάνω το αναγκαίο πέταγμα στο σήμερα, ποιός αλήθεια μπορεί να αμφιβάλλει για τον ηθικό κώδικα συμπεριφοράς, στην ουσία τον κανόνα στον οποίο φορτώνεται  το αυτοπροαίρετο και η υποχρέωση, η γενναιοδωρία, το συλλογικό και το ατομικό συμφέρον, πάνω από όλα το φιλότιμο, η μπέσα που λένε στα αρβανίτικα.
Ο σπουδαίος Γάλλος ανθρωπολόγος, Bernard Vernier, («Η κοινωνική γένεση των αισθημάτων, Πρωτότοκοι και υστερότοκοι στην Κάρπαθο», Bernard Vernier, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια)
μελέτησε διεξοδικά το θέμα σε όλη την Ελλάδα, για εκείνον δεν πρόκειται για κοινωνικές διακρίσεις και ανισότητες, αλλά για την προσπάθεια του κλειστού συστήματος να παραμείνει σε εντροπία, ουσιαστικά να μην ξεφύγει, πρωτίστως οικονομικά, χάνοντας τον μπούσουλα και οδηγηθεί σε καταστροφή.
Το κοινωνικό μοντέλο της Καρπάθου έχει σβήσει, λιγοστά τα απομεινάρια κι αυτά από μνήμης, ωστόσο συνεχίζουμε να αναπαράγουμε σχήματα για το καλό και το κακό, το αρσενικό και το θηλυκό και έτσι δίχως καν να σκεφτούμε, εάν είναι αληθινά, τα αναπαράγουμε και ουσιαστικά μεταμορφώνονται σε πελώρια αδιάβατα βουνά στοιβαγμένων φόβων.
Οι παραλογισμοί και οι ανισότητες ξεκινούν από τον εσωτερικό κόσμο του καθενός από όλους εμάς, εάν εμείς συμφωνούμε σε άγραφους, διαπλεκόμενους με το DNA μας, κανόνες, μπορούμε να βλέπουμε και να αποζητάμε εξέλιξη;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..