Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Γηροκομείο Αθηνών, το πρόσωπο της χαμένης μας αξιοπρέπειας.



γράφει και φωτογραφίζει ο Μανώλης Δημελλάς

Σχεδόν πάντα στις γιορτές ξεχειλίζουμε από συμπόνια και αγάπη.
Τα κρατικά κανάλια παίζουν την «Κάλπικη Λίρα», ενώ άλλοι δακρύζουν φανερά, για εκείνα που δεν έκαναν και άλλοι για όλα αυτά που έπιασαν αλλά τους κούρασαν αφόρητα.
Ένας άλλος κόσμος, δίπλα μας, αγκαλιάζετε με την άνοια, περιμένοντας παρκαρισμένος σε ιδρύματα το αναπόδραστο τέλος.
Κάπως έτσι και το γηροκομείο Αθηνών, ζεί, αναπνέει την μοναδική του διαδρομή, ένας άλλος χωροχρόνος που γράφεται μέσα από τα γερασμένα κάγκελα......




Άνθρωποι που βρήκαν ένα τελευταίο σπίτι, να ολοκληρώσουν με αξιοπρέπεια την γήινη πορεία τους.
Πατεράδες, μανάδες, θείοι, μοναχικοί γειτόνοι. Όλοι στα δικά τους χρόνια δεν είχαν χασομέρια, με ξυπνητήρια, ίσως κουρδιστά, λίγο ξετροχιασμένα, έκαναν ράλι με το μικρό ξαπόστεμα.
Ο Γιώργος, στα 82, πρώην σκηνογράφος, από την Αυστρία. Σήμερα φτιάχνει αγγέλους με τα κουρασμένα χέρια του.
Η άγνωστη Εβραία, που μπροστά στα μάτια σκότωσαν, οι Χιτλερικοί Γερμανοί, πατέρα και μάνα, αγκαλιάζει, ό,τι της δίνει μια γλυκιά προσοχή, μια τρυφερή ματιά.
Ένας άλλος, λιγότερο ανιακός, απαγγέλει ποιήματα, αφουγκράζεται στιγμές που πνίγηκαν στον χρόνο.

Η Μαρία, πρώην εκδότρια, χαρίζει λέξεις, λόγια, γεμάτα ήθος, καλλιέργεια που στις μέρες μας μοιάζουν παραμυθάκια.
Ο Κώστας πάλι, πλέκει σκουφιά, με μαεστρία κρατά βελόνι και τον υπόλοιπο του χρόνο τον ξοδεύει ασύστολα μαζεύοντας συλλεκτικά αυτοκινητάκια, με αδυναμία σε μεγάλους φορτωτές και μπουλντόζες.
Μονάχα τρία κτήρια, από τα οκτώ, απέμειναν να λειτουργούν, 170 περίπου, οι φιλοξενούμενοι ηλικιωμένοι, από τους 750 που είχε φτάσει να στεγάζει.
Οι εργαζόμενοι, περίπου 140, παλεύουν δυο χρόνια, με έναντι, μια δουλειά που δεν την κάνεις εάν δεν έχεις ενσυναίσθηση, έστω και λίγο πρέπει να νιώθεις, την ανημπόρια, τον συνάνθρωπο. Προσπαθούν με δράσεις, να προλάβουν το μυαλό που στεγνώνει.

Η είσοδος στα πέτρινα, κρύα και ψυχρά, υγρασιασμένα κουφάρια, είναι δύσκολη. Τρομάζεις στην θέα του τελευταίου σκαλοπατιού της ζωής, λες εγώ δεν είμαι για τέτοια, αυτά ήταν σε ξε-περασμένες γενιές, τώρα το γονίδιο κάνει αλλιώς τους  γέρους, πιο σικάτους, μια ντελικάτη θανατίλα είναι που μας ταιριάζει.
Έπειτα σε πνίγει μια κατάθλιψη, εκείνη η άνοια που τριγυρίζει μαυροφόρα και ό,τι κι αν αγγίξει του ρουφά το πρόσωπο, αρπάζει την ταυτότητα, ένα κενό βιβλίο.
Μα σαν σταθείς, χασομερήσεις έξω από τα στερεότυπα, βλέπεις τον ίδιο κόσμο με σένα, στο πιο μεγάλο. Μονάχα με μια διαφορά, εδώ μέσα δεν τρέχουν, δεν συναγωνίζονται όπως παραβγαίνουμε στους δρόμους και στα σπίτια της πόλης.

Όλα μετρούν πάνω στο συναίσθημα, η ξεχασιάρα μνήμη ζωγραφίζει τα πρόσωπα, έτσι γεννιούνται κύκλοι πραγματικής φιλίας, σχέσεις σαν εκείνες που κάνουν τα πρωτάκια, τα νήπια, που έχουν μόνο την αγωνία να ταιριάξουν με τον διπλανό τους.
Το γηροκομείο λειτουργεί από το 1890 είναι δημόσιο, εκκλησιαστικό, φαίνεται να έχει δεκάδες ακίνητα και κληροδοτήματα, μα οι απλήρωτοι εργαζόμενοι, τα κλειστά κτήρια και οι στοίβα από αιτήσεις (ξεπερνούν σήμερα τις 500), για εισαγωγή ηλικιωμένων, δείχνει με όλα τα δάχτυλα, ακόμη ένα σακάτικο πολιτικό σύστημα, που είναι μονάχα για λόγια, για παχουλές κουβέντες.
Από εκείνες που γίνονται μονάχα στο γυμναστήριο της βουλής.
Βλέπεις όμως, τα γεροντάματα δεν έχουν κουράγια για κραυγές, περιμένουν με ανοιχτά τα χέρια ένα νιάξιμο που φαίνεται δεν είμαστε ικανοί ούτε αυτό να δώσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..