Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Το τανγκό στην Ελλάδα. Η ιστορία του τραγουδιού και της λέξης


γράφει ο Πάνος Μαυραγάνης*

Είναι υποκρισία να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Αυτό που θεωρούμε, σήμερα, ως λαϊκή μουσική δεν υπήρχε ως κύρια έκφραση διασκέδασης στους αστούς και τους επαρχιώτες της Ελλάδας του μεσοπόλεμου. ....


Ακόμα και αν κάποιος αγαπάει τη λαϊκή μουσική και τα χιλιοτραγουδισμένα ρεμπέτικα, πρέπει να δει με σεβασμό την πραγματική Ιστορία του τραγουδιού στον τόπο μας. Οι  άνθρωποι που έζησαν στην περίοδο του Μεσοπολέμου διασκέδαζαν με τα τανγκό (οι αστοί) και τα κλαρίνα (οι επαρχιώτες) και είτε δε γνώριζαν, είτε περιφρονούσαν την μουσική με τα μπουζούκια. Αυτά δε γράφονται για να υποτιμήσουμε την αγαπημένη λαϊκή μουσική, στην καλή μουσική άλλωστε δεν υπάρχει καμία διάκριση, αλλά γράφονται για να γνωρίσουμε τα πράγματα όπως έγιναν και όχι όπως τα φανταζόμαστε ότι έγιναν.
Ιστορία της λέξης: Τανγκό**
Πέπλο μυστηρίου καλύπτει την ετυμολογική προέλευση της λέξης τανγκό ( με -ν- κατά τον Μπαμπινιώτη) αλλά και ταγκό, δίχως -ν- (πάλι κατά τον  Μπαμπινιώτη και τον Ανδριώτη). Στην Ελλάδα ακολουθήσαμε το γαλλικό τονισμό, ενώ στην Ισπανία και Ιταλία η λέξη τονίζεται στην παραλήγουσα (τάνγκο). Εικάζεται ότι η λέξη εισήχθη στην Ανδαλουσία μέσω των Αράβων.
 Οι Άραβες μετέφεραν τη λέξη, πιθανότατα, από κάποια αφρικανική γλώσσα. Ορισμένοι συνδέουν τη λ. Tamgu, η οποία στη γλώσσα Ίμπο της Νιγηρίας σημαίνει χορεύω. Άλλοι πάλι τη συνδέουν με το Λατινικό ρήμα tango (: αγγίζω), αλλά κατά τον Μπαμπινιώτη, τον Zingarelli και άλλα λεξικά πρέπει να θεωρείται παρετυμολογία (δηλαδή, εσφαλμένη ετυμολογία λέξης). Από  απλή περιέργεια αναφέρεται ότι διαβάσαμε ακόμα 15 εκδοχές για την προέλευση της λέξης τανγκό που ξεκινούν από την Ιαπωνία (!;) και καταλήγουν στους μαύρους σκλάβους της Αργεντινής. Ένα μικρό δείγμα : το λεξικό της la Real Academia Espanola, του 1803, αναφέρει τον όρο με την σημασία ενός μικρού οστού. Στο ετυμολογικό λεξικό του Enrico Corominas, αναφέρεται ότι ο όρος τάνγκο δήλωνε ένα χορό στα νησιά Fer, σε άλλα λεξικά αναφέρεται ως τόπος σκλάβων και σε άλλα ως παραδοσιακός χορός του Μεξικό και πολλές πολλές άλλες υποθέσεις.

Το τανγκό στην Ελλάδα
Το 1914, ενώ η Δυτ. Ευρώπη ετοιμάζεται για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, το τανγκό φτάνει στην Ελλάδα,  έχοντας στους “ώμους”  του παριζιάνικη χρυσόσκονη και άφθονο μελοδραματισμό. Τότε χρονολογείται ένα από τα πρώτα Ελληνικά τανγκό που ακούστηκε στην οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη «Στα Παραπήγματα». Οχτώ χρόνια αργότερα, το 1922, παρουσιάστηκαν οι «Ξενύχτηδες» του Ερμή Πόγγη, ενώ στην οπερέτα «Απάχηδες των Αθηνών» του Νίκου Χατζηαποστόλου ακούστηκαν τα τανγκό «Πόσο σ’ έχω συμπαθήσει» και «Μόνο με σένα να ζήσω πως ποθώ». Απ εκεί και έπειτα τα πράγματα εξελίχθηκαν ταχύτατα. Ο ανεπανάληπτος Αττίκ έγραψε το «Τόσοι σού ‘ παν σ’ αγαπώ» και την «Πρώτη Αγάπη» το 1925 τα οποία τραγούδησαν οι πρώτοι τραγουδιστές του τανγκό Αλίκη Βιτσίου και Πέτρος Επιτροπάκης. 
Στα 1928 το τανγκό αποκτά Αργεντίνικο άρωμα. Τότε πρωτοήλθε στην Αθήνα, από το Μπουένος Άιρες, ο Εντουάρντο Μπιάνκο, ενώ την ίδια εποχή ξεκίνησε να γράφει στίχους για τανγκό ο πολυγραφότερος Έλληνας στιχουργός του είδους, ο Πωλ Μενεστρέλ (Γιάννης Χυδίρογλου).   Τα πιο όμορφα τανγκό του μεσοπολέμου Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, είτε μας αρέσει, είτε όχι, η Αθήνα “πνίγεται” στα τανγκό.  Τα ωραιότερα και χιλιοτραγουδισμένα τραγούδια εκείνης της εποχής ήταν: – Το «Κι όμως κι όμως» που έγραψε ο Αττίκ το 1929  υπήρξαν έντεκα (11) διαφορετικές εκδόσεις του, ενώ η Δανάη πρωτοτραγούδησε το «Ζητάτε να σας πω» το 1930. – Την ίδια χρονιά γράφτηκε η περίφημη «Ρεζεντά» της Λόλας Βώττη που τραγούδησε ο Ορέστης Μακρής και η Πάολα Νικολέσκο, ενώ το «Πες μου γιατί μωρό μου» του Κώστα Γιαννίδη ακουγόταν στην επιθεώρηση «Μαζινό» που παιζόταν στο θέατρο Ιντεάλ. – Η «Πάολα» του Χρήστου Χαιρόπουλου ακούστηκε την ίδια χρονιά με την ίδια την Πάολα. – Το 1932 ακούστηκε το «Μην πιστέψεις τη γυναίκα είναι ψέμμα» του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη στην επιθεώρηση «Η Τετραπέρατη». – Η πρώτη εμφάνιση της Σοφίας Βέμπο σε τανγκό ήταν το 1933 με την «Τσιγγάνα Μαυρομάτα» της Λόλας Βώττη στην επιθεώρηση «Παπαγάλος» . – Ο Μιχάλης Σουγιούλ έγραψε το 1933 το «Φεύγει ο χρόνος κυλά» που πρωτοτραγούδησε η Σούλα Καραγιώργη, ενώ η Κάκια Μένδρη τραγούδησε την «Παπαρούνα» του Αττίκ το 1935. – Στα 1937 η Σοφία Βέμπο τραγούδησε τη «Ζεχρά» του Μιχάλη Σουγιούλ και στα 1938 το τανγκό του Λεό Ραπίτη «Κλαις όταν σκεφτείς ότι μπορεί».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..