Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Ο Πειραιάς και τα “Λιοντάρια” του


γράφει  ο Μανώλης Δημελλάς

Έπιανες τη κατηφόρα της Δεληγιώργη, και από εκεί ήσουν ένα βήμα από το “Άνεσις”......


 Πόσο ζηλεύαμε τους γείτονες από τις γύρω πολυκατοικίες, οι κωλόφαρδοι, ενώ θα μπορούσαν να παίρνουν μάτι αραχτοί από τα μπαλκόνια τους, το ‘χαν βαρεθεί, με τα καράτε και τις δευτεράτζες που διάλεγε για προβολές.
Ο κινηματογράφος ήταν ακριβώς πάνω από τη Γέφυρα της Σκυλίτση, μια ανάσα από τη Γούβα του Βάβουλα, και δύο βήματα από τα Λεμονάδικα.
Γειτονιές πολύβουες, γεμάτες από λαδωμένη εργατιά, που όμως καμάρωναν, με ένα αόριστο κληρονομικό δικαίωμα για τον Πειραιά τους. Ναι, εδώ κάτω σχεδόν πάντα στραβολεμιάζαμε, θέλαμε να είμαστε κάτι άλλο, πιο μεγάλο, ψάχναμε ταυτότητες με οικόσημα στα σκουπίδια μας, και νιώθαμε σαν παραμελημένοι έφηβοι οικογένειας μεταναστών.
Όσο δούλευαν τα μηχανουργεία, όσο πέφταν τα μεροκάματα, χόρταινε ζωή όλο το λιμάνι. Τότε δεν ξεφεύγαμε από την αύρα της θάλασσας, αν ο Νοτιάς έφερνε και μυρωδιές από το πέλαγος, εμείς λέγαμε πως τα σκατά είναι αρώματα.
Η μεγάλη μας βόλτα έπιανε τον περιφερειακό της Καστέλας και κατέληγε στο Πασαλιμάνι, εκεί χαζεύαμε το μεγάλο, γεμάτο καπνό, καφενείο. Μπροστά στη βιτρίνα του κάναν παρέλαση τα κρυφά πρότυπα μας. Ήταν μερικά καλοβαλμένα γεροντάκια, που δίχως πολλά λόγια, έπαιζαν Γαλλικό μπιλιάρδο, μα είχαν ένα μαγικό τρόπο να πιάνουν το τσιμισκή και να βάζουν τις μπίλιες να χορεύουν πάνω στη τσόχα, όσο εμείς μάταια ψάχναμε τα μυστικά των χεριών τους. Ποτέ δεν τα μάθαμε, ενώ η αύρα, λόγω της Ψυτάλλειας, έρχεται σήμερα πολύ πιο καθαρή, δεν στεκόμαστε πια σε ετούτη τη πόλη. Την αποφεύγουμε και προσπερνάμε ενώ ζούμε, κοιμόμαστε και ξυπνάμε εδώ, αλλά πάψαμε από χρόνια να βλέπουμε με χρώματα τον Πειραιά.
Και σήμερα στα ξαφνικά, γίνεται το “μήλο της έριδος”, ξαναγεννιέται από τη στάχτη ο μύθος του ανίκητου Λιονταριού, εκείνης της ρέπλικας, που βρίσκεται στην είσοδο του λιμανιού και αγναντεύει τον Σαρωνικό αδιάφορο, σαν αλκοολικός τουρίστας που ξέμεινε στον τόπο μας.

Πιο πολύ από όλα με πληγώνει το δούλεμα, αυτή η απίστευτη κοροϊδία που θέλει να δημελλας 24χαϊδέψει το ημιθανές γατάκι, αυτό που κρύβει ο τσακισμένος εγωισμός του Πειραιώτη.
Χαίρομαι που δεν ψηφίζω στη πόλη που ζω, χαίρομαι που είμαι ετεροδημότης, και προσπερνώ ετούτο τον προεκλογικό χορό ανοησίας.
Δεξιές και ακροδεξιές πολιτικές και πρακτικές, που πλακώνονται σαν συμμορίες, για να καβαλήσουν το τιμόνι της πόλης.
Μοιάζει με ημέρες τρελής Αποκριάς, σαν το Βενετσιάνικο καρναβάλι, μόνο που εδώ κάτω, στο λιμάνι, όλοι ντύθηκαν στα χρώματα της ελπίδας, μοιράζουν και υπόσχονται οτιδήποτε, φτάνει να μπορούσε να φέρει έναν εφτακακόμοιρο, μαδημένο ψήφο.
Αν τύχει και διαφωνείς, αν έχεις άλλη άποψη, αλίμονο σου, μπορεί και να αρχίσουν να σε δέρνουν στη μέση του δρόμου.
Αν πια έτυχε να είσαι άλλη ομάδα ή δεν είσαι καν φίλαθλος, μα δεν θέλω να σκεφτώ ένα τέτοιο δράμα!
Τώρα, επιτέλους, δικαιώνεται η θεωρία του καναπέ και η μαγεία της μπάλας.

Δεν ήταν αυτό το πράμα ο Πειραιάς ή μήπως ακριβώς αυτό είμαστε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..