Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Εμείς, οι Αλιβάνιστοι


γράφει  ο Μανώλης Δημελλάς

Τέτοιες, Μεγάλες μέρες, ξεπέφτουν ξέφτια μνήμης, ένα σωρό ιστορίες από περίεργους μοναχικούς τύπους. ....




Μικρά παιδιά τους συναντούσαμε μέσα στα βιβλία κι έπειτα τρακάραμε πάνω στις ζωντανές σκιές τους, τόσο που τρομάζαμε, φουσκώναμε μπαλόνια από Θεούς και Δαίμονες. Έπειτα αφήναμε χώρο στις λατρεμένες κρυφές μας αμαρτίες, και περιμέναμε τη Σταύρωση, για να μηδενίσει πάνω στα σφαχτά, ακόμη μια φορά το ταλαίπωρο κοντέρ μας.


Πρώτος ο Παπαδιαμάντης, έγραψε στα 1902, για κείνο τον Αλιβάνιστο, που εμφανίστηκε στα ξαφνικά και μπήκε στο ξωκλήσι του χωριού του.
Ο κακόμοιρος, τον έσπασε η μοναξιά και σταυροκοπήθηκε μπροστά στον κόσμο, έτσι  ξεσκεπάστηκε μια παλιά ιστορία, που τον ανάγκασε να πάρει τα βουνά.
Ένα μυστικό που δεν ήταν άλλο από τον ανομολόγητο, τον κρυφό έρωτα, που φωλιάζει στις καρδιές και παρασύρει κάθε τετραγωνισμένη σκέψη.


Εκείνα ήταν γράμματα και βιβλία, που έμπαιναν κάτω από το κυνηγητό και το Ανοιξιάτικο παιγνίδι με στρακαστρούκες από τσιμεντοσάκουλα, που όπως έσκαγαν, παρέσυραν και έκαιγαν τους ανερμάτιστους παιδικούς προβληματισμούς μας.
Έπειτα εμφανίστηκαν οι αληθινοί μύθοι για τους αλιβάνιστους.
Ένας από αυτούς κι ο Ξυλάρμενος, ο αναχωρητής κοσμοκαλόγερος, που αρνήθηκε τον κόσμο και έβαλε πλώρη για τη νότια άκρη του νησιού μου, τον Κάστελλο του Αφιάρτη. Μέσα σε μια σπηλιά με συντροφιά τα λιγοστά πράματα του. Πρόβατα και κατσίκια, και για συντροφιά ένα ορεξάτο ξυσμένο μολυβάκι.


Ο Νικόλας, που έγινε Ξυλάρμενος, άδειαζε το μυαλό πάνω σε ποιήματα, σε δεκαπεντασύλλαβες μαντινάδες και για κληρονομιά άφησε στίχους, που πάντα θα θυμίζουν τα καυτά του δάκρυα. Κι αυτόν τον φάγαμε, μασήσαμε ολόκληρη την υπόσταση του,  μέσα στην αχόρταγη δυσπιστία μας.


Δύσπεπτες και αχώνευτες όλες αυτές, οι παιδικές στιγμές, μοιάζουν με ξύλινο γουδί, που κοπανάει και λιώνει σκελίδες από σκόρδα, έτσι και εμείς, δεν σταματούσαμε να  τρίβουμε μέσα στο μυαλό, ένα σωρό από ξενόφερτους θρύλους. Παλιές και Νέες διαθήκες και ονόματα πρωτάκουστα, να σουλατσάρουν, να μας αναντρανίζουν, και να σιγουρευόμαστε, πως όλα μοιάζουν, και που ξέρεις εσύ, μπορεί και νάναι όλα η ίδια, η μόνη αμαρτία.


Μέχρι που πέσαμε πάνω σε εκείνους τους διπλανούς μας, που ακόμη κάπου στέκουν αγωνιστές, παλεύουν μέσα στη ζωή κι όμως είναι εκείνοι οι σιωπηλοί  αλιβάνιστοι, που τρόμαζαν τα μικρά μας χρόνια!
Όπως ο κυρ Φώτης, που περνούσε κάθε τόσο μπροστά από το πατρικό μου σπίτι, και δεν άκουσα ποτέ το σιδερένιο χνάρι, από τα φθαρμένα του τακούνια, κρατούσε παραμάσχαλα μια εφημερίδα και έκρυβε με διακριτικότητα τον τίτλο της. Και δεν ήταν ο  “Ριζοσπάστης”, φοβόταν και μόνο στη ιδέα της δημοκρατίας, τρόμαζε να κοιτάξει πιο αριστερά, είχε αιώνια ελπίδα, πως το κέντρο θα έφερνε τις αλλαγές και τις ισότητες. Και όταν μιλούσε για νηστείες και εβδομάδες των Παθών, έσκυβε το κεφάλι, δεν έβγαζε μιλιά, όλες οι χρονιές του ήταν φορτωμένες πάθη κι χρεωμένες αμαρτίες.


Πίστευε ο Φώτης, και κόντρα στο καθιερωμένο, πατούσε πόδι κι έκανε μια ώρα αρχύτερα τη δική του Ανάσταση, δεν περίμενε να ανάψουν βεγγαλικά, φιλούσε σταυρωτά τους δικούς του και έπιανε τα τσουγκρίσματα.
Και με τα ψέμματα φτάσαμε στα χρόνια που ανασαίνουμε, νηστεύουμε και κρυφοπροσκυνάμε, ενώ φοράμε το λατρεμένο ψηφιακό κορμάκι μας.


Ετούτος ο μύθος, όλων των αλιβάνιστων, των κρυμμένων φίλων, μα και του εαυτού μας, παραμονεύει ακόμα ζωντανός, αφού δεν βρέθηκε ακόμη τρόπος, να ανάβουμε καρβουνάκια και να καίμε μοσχολίβανα μέσα από τα δίκτυα.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..