Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Μαρία η Καρπαθιά. Το μεγάλο σκάνδαλο πορνείας στη Ρόδο (1953).



Ακριβώς τέτοιες μέρες πριν 60 χρόνια, έκαναν τσακωτή τη Μαρία την Καρπαθιά, στα Τριάντα της Ρόδου, εκεί είχε στήσει την ξύπνια «μπίζνα» της, και δεν προλάβαινε να κόβει λίρες, βλέπεις πάντα το εμπόριο γυναικών φέρνει χρυσές δουλειές.....



Από παλιά ήξερε να κάνει το αρχαιότερο επάγγελμα, από την Ιταλοκρατία, είχε ανοιχτό το σπίτι και το κορμί της, αλλά με τη φτώχεια και την ανέχεια δούλευε μοναχή, δεν έμπαζε ανταγωνίστριες στο κρεβάτι της. Από την απελευθέρωση όμως και μετά, άλλαξε τροπάριο, αποφάσισε να «ανοίξει φτέρα» στην επιχείρηση και να βγάλει νέο αίμα στο κλαρί.
Στην αρχή έψαχνε πεινασμένες και δυστυχισμένες, τις τάϊζε και τις σουλούπωνε. Λίγο κομμωτήριο, κανένα ρουχαλάκι και χαρτζιλικάκι, έπειτα τις άφηνε «στεγνές» από ρευστό, δήθεν πως ξέμεινε κι αυτή, και τις παρακαλούσε να κάμουν παρέα σε κάποιους καλούς φίλους που είχαν κάποια απογοήτευση, πως το έλεγε, είχαν λυπομανία.
Δεν αργούσαν να τρυπώσουν κάτω από σεντόνια και να θεραπεύσουν «πάσαν νόσο και πάσαν μαλακίαν».
Όλα πήγαιναν ρολόϊ, έλα που οι πελάτες ήταν απαιτητικοί, άρχισαν να ζητούν πιτσιρίκες, όλο και πιο μικρά και τρυφερά κορούλια.
Η αθεόφοβη Μαρία την έπεσε σε απεγνωσμένους γονείς, η πείνα και η ανέχεια ήταν σύμμαχος της. Το «σπίτι» έξω από τη πόλη της Ρόδου, στα Τριάντα, θύμιζε κέντρο διερχομένων. Ο γαλάτας, ο φούρναρης ο περαστικός ταχυδρόμος, όποιος περνούσε και είχε διάθεση πέρναγε από τις κρεβατοκάμαρες και διάλεγε «εμπόρευμα», μάλιστα κρατούσε και τεφτέρι επιλογών.
Ακριβώς όπως κάνουν στα αεροπλάνα, ψάρι, κρέας, μήπως, καλέ «κύριε», είστε «χορτοφάγος»;
Δούλευε με πρόγραμμα και τάξη, ανάλογα με την ηλικία και τα γούστα πήγαινε το «μαλλί». Ξεκινούσε από 10.000 και έφτανε στις 50.000 για τα πιο μικρά, ανήλικα κορίτσια, γιατί είχε και τέτοια η Μαρία η Καρπαθιά. Αλλά από μια τέτοια περίπτωση τη πάτησε και έχασε μαγαζί και κοινωνική υπόσταση σε μια κοινωνία που δέχεται τα πάντα αρκεί να μην φαίνονται.
Πιάστηκε η Μαρία στα πράσα, ένα ανήλικο πλάσμα δεν άντεξε να ξαπλώνει σε κρεβάτια και να σέρνεται από την ίδια τη μάνα της πάνω σε άγνωστα κορμιά. Η δίκη ξεκίνησε αρχές Ιούνη του 1953, στο τριμελές πλημμελειοδικείο Ρόδου, πρόεδρος της έδρας ο Μέξης και μέλη ο Πετρόχειλος και ο Νέρης και συνήγορος υπεράσπισης ο Κώστας Φραράκης.
Αρκετές γυναίκες μάρτυρες κατηγορίες, παρουσίασαν στοιχεία που άλλοτε έκαναν το ακροατήριο να κοκκινίζει και άλλοτε να ντρέπεται για την ανθρώπινη φυλή. Η Μαρία, η Χρυσούλα, Η Νίκη, η Ελευθερία, η Άννα, κορίτσια λίγο κάτω ή λίγο πάνω από τα είκοσι, άλλες έψαχναν ένα γεμάτο πιάτο, άλλες πιο τραγικές περιπτώσεις τις έσυραν με το ζόρι οι γονείς τους. Παρέλαση έκαναν και οι άνδρες που μπαινόβγαιναν στο σπίτι, αυτοί δεν ήταν κατηγορούμενοι, κατέθεσαν πως πλήρωσαν και έκαναν τη δουλειά τους.
Ο γαλατάς, ο φούρναρης, ένας νυχτοφύλακας, σερβιτόροι και κεφετζήδες. Άλλοι από τη γειτονιά και άλλοι από πιο μακρινά στενά. Μπροστά στον εισαγγελέα, τον Αργυρόπουλο, αποκάλυψαν γούστα και προτιμήσεις. Εκείνοι πίεζαν την Μαρία την Καρπαθιά να φέρει πιτσιρίκες και άνοιγαν τις κρυφές τσέπες των πορτοφολιών. Οι πιο γνωστοί, οι επώνυμοι, ούτε που φανήκαν, εκείνοι διαγράφηκαν με μιας από τη λίστα της Καρπαθιάς.
Προ-τελευταία ημέρα της δίκης και στο βήμα ανέβηκε η πιο μικρή από τα κορίτσια, εκείνη που έδωσε και τις περισσότερες πληροφορίες. Η δεκαεξάχρονη αποκάλυψε άγνωστες λεπτομέρειες, που έκαναν ακόμη και την προαγωγό να ντραπεί.
Δύο χρόνια πίσω, η μητέρα της έριξε έναν μορφονιό, τον Δημήτρη, να της κάνει τα γλυκά μάτια και να την ξεβγάλει στη δουλειά.
Έπειτα ακολούθησαν άλλοι κι άλλοι, ώσπου στο τέλος την κλείδωναν στο σπίτι της Μαρίας, αρπάζοντας ακόμη και τις λιγοστές οικονομίες της.
Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης της Καρπαθιάς ο πατέρας της ανήλικης. Παρουσίασε τη μικρή σαν αγρίμι. Ζωηρό και ανυπάκουο ζώο, που δεν άκουγε κανέναν. Εκείνος τραβιόταν, πάλευε για το μεροκάματο, ενώ η κόρη του ίδρωνε πάνω σε ξένα σεντόνια.
Στο τέλος η Καρπαθιά Μαρία, πέρασε τη πόρτα της φυλακής, αφού πρωτόδικα επιβλήθηκε ποινή  15 μήνων μέσα στα σίδερα και πρόστιμο 2000, μεταλικές δραχμές. Εκείνη την εποχή με 300.000 χιλιάδες έκανες μια χρυσή λίρα.
Η εφημερίδες φιλοξενούσαν σεντόνια με πιπεράτες αναφορές της υπόθεσης, ενώ η παροικία των Καρπαθίων στη Ρόδο έστελνε καταδικαστικά γράμματα για τους τίτλους των άρθρων. Ενοχλούσε που δεν έγραφαν το επώνυμο της προαγωγού, αλλά προτιμούσαν να συνοδεύουν το όνομα της με την καταγωγή της. Μαρία η Καρπαθιά.
Εξήντα χρόνια μετά, πόσο αλλάξαμε από τότε;
Πόσο πιο ώριμοι και ξεκάθαροι έχουμε γίνει;
Αλήθεια στην Κάρπαθο εκείνο το ξενοδοχείο στο κέντρο των Πηγαδιών, φιλοξενεί ακόμη παράνομες ιερόδουλες;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..