Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Η ματωμένη πόλη των εκπτώσεων.



Το κέντρο της Αθήνας έχει μια περίεργη, άγρια ομορφιά, μας περιμένει, εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενα χρόνια.
Πρώτο ξεντύνεται, σαν άβγαλτο κορίτσι, κάνει τα μάτια μας να ντρέπονται και να γυρνούν, δήθεν αλλού, μα περιμένουν την στιγμή να τσιτωθούν και να χαζέψουν τα κρυφά του κάλλη.....


Είναι πιο όμορφα να ξεκινάς νωρίς, από τα πάνω, από το Σύνταγμα και να τσουλάς στην κατηφόρα. Στέκεσαι στους περιπτεράδες, αυτοί βλέπουν την εικόνα, ξέρουν την αλήθεια της γειτονιάς, την έχουν καλά κλεισμένη στο μυαλό και στα ραφάκια τους.
Πορνό περιοδικά, δεύτερο ή τρίτο, χέρι, δίπλα-δίπλα στα σπέσιαλ αμερικάνικα, ανθρακούχα τονωτικά ποτά.
Μα τα πολύχρωμα μπουκαλάκια από τις τσίχλες, μαζί με τα ξεσκέπαστα, λονδρέζικα τουριστικά λεωφορεία, είναι τα πιο το ζωντανά χρώματα της πρωτεύουσας.
Ο Ναπολέοντας, ίσα που φαίνεται το γερασμένο του κεφάλι, ξεπετάζεται μέσα από τα γλυκά και τα αλμυρά κουτάκια, χαμογελαστός χαζεύει τις αμίλητες πωλήτριες, μύγες βαράνε πάλι σήμερα. Μα πως αλλιώς θάταν, όταν ανέβαζαν τις τιμές στα ύψη κανένας δεν μιλούσε, μπαινοβγαίναμε με αγωνία να σπρώξουμε το χρήμα σε αγορές που πιάναν το όνειρο.
Έπειτα κομπάζαμε, με τον ποπό γερά πιασμένο.
Στο κατέβασμα της Σταδίου πιάνεσαι από το απομεινάρι του καγκελάριου της πόλης. Ήταν ο δήμαρχος Αβραμόπουλος, που έμπηξε παντού κάγκελα, τακτοποίησε τους πεζούς επάνω στα πεζοδρόμια και μισήθηκε από τον Έλληνα, δαιμόνιο οδηγό, που δεν μπορούσε να παρκάρει πια, επάνω στα παρτέρια.
Λίγο παρακάτω ο καμένος κινηματογράφος “Αττικόν” και απέναντι του μια σειρά κλειστών μαγαζιών. Στους επάνω ορόφους του κτηρίου η ένωση ξενοδόχων εκπονεί σχέδια διάσωσης της πόλης, ψάχνει για λύσεις μα ξεπέφτει στις ευχές πολιτικών ανδρών θα ξημερώσει άραγε, μια μέρα που θα μας επιλέγουν περισσότεροι τυφλοί ταξιδιώτες,  όλοι βγαλμένοι μέσα από τα βιβλία του νομπελίστα, Πορτογάλου Ζοζέ Σαραμάγκου.
Σίγουρα αν ζούσε στην Αθήνα θα είχε βρει τις ρίζες τις εμπνεύσεως  του ξακουστού βιβλίου, “Περί τυφλότητας”.
Στις γωνιές της Κλαυθμώνος, όνομα και πράμα, κρατημένες θέσεις από αστέγους, δυστυχισμένοι συνάνθρωποι αναζητούν φιλευσπλαχνία, λιγοστά ψιλά για να συντηρήσουν το κορμί τους.
Μια διμοιρία παραφυλάει στο στενό, αναρωτιούνται με κατεβασμένα τα εργαλεία τους, θα περάσει άραγε καμμιά ξέμπαρκη πορεία;
Μα το δυνατό κομμάτι ξεκινά από τα Χαυτεία, εκεί είναι η φτωχομάνα πόλη, σαν ανατολίτικο παζάρι, ένα χορευτικό χαρέμι με άδειες τσέπες, μοιάζουν οι πελάτες, ενώ οι μικροέμποροι, καταστηματάρχες που κάποτε άδειαζαν κάθε βδομάδα τις βιτρίνες κρατάνε τα γυμνά φιγουρίνα, τις ψεύτικες κούκλες, από το το χέρι για να δείχνουν κίνηση μέσα στα μαγαζιά.

Εκπτώσεις, περιμένουν τον πελάτη με ντουφέκι, παραπονιούνται που δεν πρόβλεψαν σωστά, αν είχα μπήξει το λουκέτο, νωρίς στην επιχείρηση, τώρα τουλάχιστον θα πάλευαν μονάχοι, με πληρωμένα τα σπασμένα. Σήμερα πνίγονται στα χρέη και για να κλείσουν ακόμη δεν έχουν τα κουράγια.
Είναι και κάτι ξεχασμένοι εργαζόμενοι, μισοχαμένοι, περιμένουν, τον καθυστερημένο, από μηχανής Θεό, του Ευριπίδη.
Το ξεχασμένο πανό βγάζει, αβίαστα, το χαμόγελο των περαστικών, “δεν θα περάσει η δουλειά την Κυριακή”, όλη τη βδομάδα δεν κάνουν σεφτέ και την Κυριακή θα βγάλουν τα σπασμένα.
Σαν τα παιδιά που παίζουν κλεφτοπόλεμο, οι συνδικαλιστές  ψάχνουν το δίκιο, οι αστυνομικές δυνάμεις πάλι, γράφουν τα μεροκάματα.
Μια ξεχαρβαλωμένη στάση, στέκομαι και κρυφακούω, μιλάνε δυνατά πια οι Αθηναίοι, βρίζουν τους σωτήρες, δεν περιγράφονται εύκολα τα ματωμένα χρόνια.
Στέκονται και μιλούν για το μεροκάματο που πάει με την ώρα.
Δύο ή στην καλύτερη τρία ευρώ την ώρα, τόσο πάνε οι περιστασιακές δουλειές στο κέντρο. Ένα δεκαπενταράκι το οκτάωρο και καλά σου είναι.
Κατά τα άλλα δεν θα υπάρξει μείωση του κατώτατου μισθού, αλήθεια, που ζουν όλοι αυτοί οι τύποι που κυβερνούν;
Η βόλτα κρατά μέχρι το μεσημέρι, με το σβήσιμο της μέρας οι σκιές γίνονται βασιλιάδες, η νύχτα γίνεται η δικιά τους αγκαλιά, μακριά από φόρους κρατούν σφιχτά όλο το κέντρο.
Ένας υπαίθριος έμπορας όλο παράπονο, γκρινιάζει,
-έχω να κάμω σεφτέ τρεις ή τέσσερις ημέρες,
επαναλαμβάνει δείχνοντας το εμπόρευμα που βλαμμένα κουδουνίζει.
Αλήθεια, ποιος κοιτά την ώρα, ποιος έχει ανάγκη από απότομα ξυπνήματα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..