Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Σχόλιο για την πρώτη απόδοση στα Ελληνικά του ποιήματος «The Cry of the Children» της Elizabeth Barrett Browning



 γράφει ο Γιώργος Πρίμπας

«Οι κομμουνιστές θεωρούν ανάξιό τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος. Ας τρέμουν οι κυρίαρχες τάξεις μπρος σε μια κομμουνιστική επανάσταση. Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν σ’ αυτήν τίποτε άλλο, εκτός από τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν κόσμον ολόκληρο.»....


Με αυτό τον τρόπο ο Karl Marx κλείνει το Κομμουνιστικό του Μανιφέστο πίσω στα 1847-8, την ίδια εποχή και στην ίδια περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην οποία η  Elizabeth Barrett Browning γράφει (σ.σ. δημοσιεύτηκε το 1841) το συγκλονιστικό ποίημα  «The Cry of the Children».
Σήμερα, κι έχοντας κατακτήσει στη Δύση ένα μέσο όρο ζωής (ή μήπως επιβίωσης;) να αγγίζει τα 80 χρόνια, το πιθανότερο είναι πως διαβάζοντας αφενός για τις συνθήκες εργασίας και ζωής των εργατών / προλετάριων των αρχών του 19ου αιώνα αφετέρου το ποίημα «The Cry of the Children» να μη συνειδητοποιούμε πως οι άνθρωποι στους οποίους και οι δυο αναφέρονται είναι στην πλειοψηφία τους οι ίδιοι. Τα παιδιά. Τα παιδιά κυρίως που μαζί βεβαίως με τους γονείς τους, των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, συνιστούσαν το εργατικό δυναμικό που δούλευε σε συνθήκες σκληρής και απάνθρωπης δουλείας (γιατί η λέξη εργασία δεν αρμόζει).
Ο μέσος όρος ζωής προς τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν περί τα 40 χρόνια, αλλά με την έναρξη της βιομηχανικής επανάστασης κι εξ αιτίας της αθρόας χρησιμοποίησης των παιδιών ως βιομηχανικούς εργάτες, πολλά των οποίων πέθαιναν στη δουλεία τους εξ αιτίας των άθλιων συνθηκών που βίωναν, κατέβηκε – και ιδίως στις μεγάλες πόλεις – πολύ κάτω από τα 30 χρόνια.
Από γκραβούρες της εποχής και από αναφορές στη λογοτεχνία, όπου το ποίημα  «The Cry of the Children» μάλλον αποτυπώνει με τον πλέον σπαρακτικό τρόπο το δράμα των παιδιών/ εργατών, μάς έρχονται εικόνες για τις οποίες θα πρέπει να εθελοτυφλούμε αν νομίζουμε ότι ανήκουνε στο παρελθόν. Αφού ο καπιταλισμός και η ανθρώπινη εκμετάλλευση, χωρίς την  οποία δε μπορεί να σταθεί, ποτέ δεν άλλαξαν πως θα μπορούσαν να έχουν αλλάξει οι συνθήκες ζωής; Ίσως πολλοί στη Δύση βολεμένοι κάποιες λίγες δεκαετίες των τελών του 20ου αιώνα σε μία εικονική ευμάρεια να τη θεωρούσαμε και ως παγκόσμια ή να αδιαφορούσαμε για ό,τι δε βλέπαμε.
Ακούγαμε για πλοία εργοστάσια όπου παιδιά αρπαγμένα βίαια ή παραδομένα από τους ίδιους τους  τούς γονείς για λίγα δολάρια να δουλεύουν επτά ημέρες τη βδομάδα για 12-14 ώρες την ημέρα, αλλά αφού μας άρεσαν τα trendy ρούχα και διασφαλίζαμε μία γκαρνταρόμπα σταθερά in fashion γιατί να διαμαρτυρηθούμε;
Ακούγαμε για χώρες του τρίτου κόσμου όπου παιδιά σε ανήλιαγα υπόγεια σωρευμένα κατά δεκάδες σε λίγα τετραγωνικά για μισό πιάτο ρύζι και πέντε ή έξι δολάρια το μήνα που δίνονταν στην οικογένειά τους, αλλά αφού με τον τρόπο αυτό είχαμε πρόσβαση σε πλήθος αγαθά – απορώντας ίσως πως ζούσαμε παλαιότερα χωρίς αυτά – γιατί να διαμαρτυρηθούμε;
Το ότι αυτά τα αγαθά τα πληρώναμε τουλάχιστον δέκα με είκοσι φορές παραπάνω από το κόστος παραγωγής τους δεν το σχολιάζαμε ούτε μας προβλημάτιζε πως ίσως τα πράγματα θα μπορούσε να είναι αλλιώς, χωρίς τους ελάχιστους να σωρεύουν όλο τον πλούτο του πλανήτη.
Ακόμα και δίπλα μας τα παιδιά επαίτες στους δρόμους, τα φανάρια και τα ΜΜΜ τα προσπερνούσαμε αδιάφορα ή το χειρότερο τούς δίναμε λίγα κέρματα συντηρώντας τη δουλεία τους . Το σύνηθες σκούρο χρώμα τους και η εμφάνισή τους μας χάλαγαν την αισθητική. Ελάχιστοι έβλεπαν τον ιδιοκτήτη του πολυτελούς αυτοκινήτου παραδίπλα να τα βασανίζει και ακόμα λιγότεροι ασχολήθηκαν να ελέγξουν το πόσα από αυτά ακρωτηριάστηκαν ή τους αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά για να χρησιμοποιούνται ως επαίτες.
Ακούγαμε… ακούγαμε… απλώς ακούγαμε.
Σήμερα όμως ο καπιταλισμός, ως αυτός που είναι, χτυπάει (μάλλον, έχει γκρεμίσει) την πόρτα μας. Έχει ανάγκη η δική μας κοινωνία να γίνει και αυτή μία τριτοκοσμική χώρα και τα παιδιά μας, στα οποία κανείς δε μπορεί να προσάψει τίποτα, θα είναι τα μεγαλύτερα θύματα. Ήδη στα ελληνικά σχολεία οι δάσκαλοι βλέπουν παιδάκια να μην μπορούν να παίξουν και να λιποθυμούν από την πείνα. Κάτι που μόνο επί κατοχής to 41-44 είχαμε ακούσει πως συνέβαινε.
Πολλοί, με όπλο τα ιστορικά δεδομένα μίας καταπιεστικής αυτοκρατορίας που κατέρρευσε κι εκμεταλλευόμενοι την αναλγησία των απολογητών του Μαρξισμού-Λενινισμού, οι οποίοι προτάσσουν ένα δογματικό λόγο σε αντίθεση και με τον ίδιο το Μαρξ αφού το ζητούμενό του δεν ήταν η εγκαθίδρυση ενός γραφειοκρατικού καταπιεστικού συστήματος λογοκρισίας, αλλά η ανατροπή τού καπιταλιστικού συστήματος «από κάτω», ισχυρίζονται πως αυτό το σύστημα, το καπιταλιστικό, είναι το μόνο δυνατό να υπάρξει και μας καλούν να βρούμε τρόπους επιβίωσης σε αυτό.
Ας σταθούμε όμως στα λόγια της Ποιήτριας:
“Πόσο ακόμα”, λένε “Πόσο ακόμα, άσπλαχνο έθνος,
Θα υπάρχεις και θα κινείς τον κόσμο πάνω στις παιδικές καρδιές,
Θα καταπνίγεις με φορολογίες τον παλμός τους,
Και θα πατάς στο θρόνο σου μέσω της αγοράς;
Το αίμα μας πετάγεται προς τα επάνω, Ω τύραννοι μας,
Και η βασιλεία σας δείχνει το δρόμο σας!
Αλλά, στη σιωπή, πνιγμένο στ’ αναφιλητά το παιδί καταριέται πιο βαθειά
Κι από ‘να δυνατόν οργισμένον άντρα.”
Πόσο λοιπόν ακόμα;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..