Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

«J59»


 
 γράφει ο Απόστολος θηβαίος

«J59.» Με αυτό το διακριτικό στέκει χαραγμένη η πέτρα στο κοιμητήριο του ψυχιατρείου, ένδειξη ταφής της σωρού του Δημήτρη Τσαφέντα. Την εξόδιο ακολουθία τέλεσε ένας ορθόδοξος ιερέας, ενώ λίγοι ήταν εκείνοι που συνόδευσαν τον Τσαφέντα στην τελευταία του κατοικία.....


  Η περίπτωσή του πέρασε στη λήθη. Η πράξη του συμβολοποιήθηκε, στέκει ως σημείο και μνήμη αναφοράς. Ίσως έτσι εξηγείται το φαινόμενο που θέλει κάθε Νοτιοαφρικανό, άνω των 40 ετών να θυμάται με ακρίβεια κάθε αδιαφορη λεπτομέρεια εκείνης της ημέρας, της 6ης Σεπτεβρίου του 1966, όταν ο πρωθυπουργός Φερβούντ έπεφτε νεκρός από τις μανιώδεις μαχαιριές του Τσαφέντα. Ο πρόεδρος του Λαϊκού Κόμματος και εμπνευστής του «άπαρτχαϊντ» δεν έμελε να ολοκληρώσει τις σημαντικές ανακοινώσεις του. Ο θύτης είχε ήδη καταστρώσει το τολμηρό του σχέδιο και επρόκειτο να χαράξει το όνομά του στην ιστορία ενός τόπου που τον αγάπησε στον ίδιο βαθμό στον οποίο εκείνος τον καταδίκασε στο περιθώριο και τη φυγή.

«Απόστολος της πολιτικής των φυλετικών διακρίσεων.» Με τούτο το χαρακτηρισμό σχολίαζε η εφημερίδα «Έθνος» την 7η Σεπτεβρίου τον δολοφονηθέντα πρωθυπουργό Φερβούντ, τον σκληρό εφαρμοστή μιας αποτρόπαιας πρακτικής. Ο φόβος, τον οποίο επικαλούταν η ημερήσια εφημερίδα για τα 25.000 μέλη της ελληνικής κοινότητας αποδείχτηκαν ψευδείς και ανυπόστατοι. Η δολοφονία του «προκάλεσε αισθήματα θλίψεως δια την πράξη που τραυματίζει κάθε πολιτισμένον άνθρωπο, αλλά και αλαλαγμούς χαράς των Μαύρων της Αφρικής». Η ανταπόκριση από το Κέιπ Τάουν, με τίτλο «Αδιάλλακτος ρατσιστής υπήρξεν ο Φερβούρτ», τον χαρακτηρίζει «ως εμποτισμένο βαθιά από τας θεωρίας του Γκομπινό, του Χίτλερ και των φυλετικών διακρίσεων, τις οποίες εφάρμοζε με σιδηράν πυγμήν, συντρίβων κάθε αντίσταση». Η εφημερίδα «Καθημερινή» της ίδια ημέρας προσέγγιζε με τρόπο και διπλωματία το όλο θέμα, μαρτυρώντας τη σοβαρότητα αλλά και τη σύγχυση γύρω από την ταυτότητα του δράστη.

«Παθολογικά συναισθηματικός», «σχιζοφρενής», «μανιοκαταθλιπτικός» αποφαίνονταν οι εντεταλμένοι ψυχίατροι, οι οποίοι τον εξέτασαν επιβεβαιώνοντας την άποψη του δικαστή Μπάγιερς που ανέλαβε να τον δικάσει πως δεν ήταν σε θέση να υπερπασπιστεί τον εαυτό του. Όμως όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί, ακόμα και η στάση της δικαιοσύνης προς το πρόσωπο του Τσαφέντα δεν απέκλεισαν τον εγκλεισμό του για διάστημα άνω των 25 ετών στις απάνθρωπες φυλακές της Νοτίου Αφρικής, εκεί όπου ακόμα και αν ήταν υγιής ψυχολογικά δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις καθημερινές εκτελέσεις και τα βασανιστήρια. Η πράξη του, εκείνη η οποία προκάλεσε την πρώτη, σοβαρή ρωγμή στο σύστημα διακυβέρνησης της Νοτίου Αφρικής δεν θα μπορούσε να επιφέρει άλλον τρόπο μεταχείρισης για τον «αιμοσταγή» δολοφόνο Τσαφέντα αποδεικνύοντας τον απάνθρωπο και λυσσώδη χαρακτήρα του κρατικού μηχανισμού. Όταν ο Νέλσον Μαντέλα επέτρεψε την κράτησή του στο ψυχιατρείο ο Τσαφέντας ήταν ήδη ένας κλονισμένος άνθρωπος, ανίκανος να διαχειριστεί τον εαυτό του. Μοναχικός, συγκλονισμένος από την ανάμνηση της πράξης του δεν θα μπορούσε να φερθεί διαφορετικά.

Κατέληξε στις  7 Οκτωβρίο του 1999, έχοντας πληρώσει το αντίτιμο για την πράξη του. Η ελληνική κοινότητα του Κρούγκερσντορπ ανέλαβε τα έξοδα της κηδείας, ενώ η Λίζα Κέη με το ντοκιμαντέρ «Furosis», όπως αποδίδεται λατινικά ο παράφρων, συνέβαλε στην αποκατάσταση της μνήμης του Τσαφέντα ήδη από το 1997, καταθέτοντας τη δουλειά της ως στοιχείο υπεράσπισης ενώπιον της Επιτροπής Αλήθειας και Συμφιλίωσης, η οποία εξετάζει τα εγκλήματα τα οποία διαπράχθησαν από την πολιτική του «άπαρτχαϊντ.»
Το ζήτημα της αθωότητας του Δημήτρη Τσαφέντα δεν επιδέχεται αμφιβολίας. Η στέρηση της ανθρώπινης ζωής συνιστά αδίκημα, το οποίο και συνεπάγεται τη σκληρότερη των τιμωριών. Η θεώρηση όμως του ίδιου του κατηγορούμενου, η παρατήρηση και η ενδελεχής μελέτη όλων των κινήτρων τα οποία οδήγησαν στην τέλεση του αδικήματος μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στην τεκμηρίωση μιας σιωπηρής αθωότητας, πολύ ισχυρότερης και σαφώς πιο δίκαιης σε σχέση με την εφαρμογή του ίδιου του νόμου. Ετούτη η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο νόμο και τη συνείδηση αποτελεί εξάλλου και το αντικείμενο της σύγκρουσης ανάμεσα στο άτομο και τον νομοθέτη.


  Στην περίπτωση του Δημήτρη Τσαφέντα, η εισήγηση της ψυχολογικής και διαννοητικής ανεπάρκειάς του αποτέλεσε ουσιαστικά και τη λύση σε ένα απαιτητικό αίνιγμα. Οι Νοτιοαφρικανοί πολίτες είχαν ήδη κατατάξει τον θύτη στο
«στρατόπεδο» των ηρώων, και μάλιστα εκείνων, των οποίων η συνεισφορά κρίνεται ως προς τη συλλογική επιρροή της, εμπεριέχοντας σε σημαντικό βαθμό το στοιχείο της αυτοθυσίας και της αυτοτιμωρίας. Όμως οι ειδικές συνθήκες της εποχής και το καθεστώς το οποίο είχε διαμορφωθεί δεν μπορούσε να ανεχτεί την αθωότητα του Τσαφέντα.

Σαφώς και δεν μπορούν να εκληφθούν ως σοβαρές και ευσταθείς εκείνες οι φήμες που θέλουν τον Τσαφέντα όργανο ισχυρών, εθνικών κυβερνήσεων, με την ευθύνη να δημιουργήσει έρεισμα στην Αφρική.Η πράξη του αποτέλεσε μια ηρωική ομολογία, με διεθνή ακτινοβολία, ικανή να κλονίσει αποφασιστικά το αποτρόπαιο καθεστώς. Η ηρωική του αυτή θεώρηση, τελικά υπερτερεί μες στα χρόνια και είναι η μόνη, η οποία επιζεί.

Η περίπτωση του Δημήτρη Τσαφέντα συνιστά μία από εκείνες τις υποθέσεις, στις οποίες η λύση και η ερμηνεία εντοπίζεται στο παρελθόν του δράστη. Περιφρονημένος από την οικογένεια και την κοινωνία, με μια φυσική κλίση, ίσως προς το περιθώριο και τη μοναξιά ο Τσαφέντας δεν μπόρεσε ή καλύτερα δεν του επετράπη σε καμία περίπτωση η ομαλή ένταξη στο κοινωνικό σύστημα. 
Η ναυτοσύνη ανέβαλε για μερικά χρόνια εκείνο το οποίο ο Τσαφέντας ήταν προορισμένος να διαπράξει. Την ακύρωση δηλαδή του κοινωνικού μοντέλου. Η διαρκής ανάγκη του για επαφή με την οικογένεια αποδεικνύει την ευαισθησία ενός ανθρώπου, ενώ ενδιαφέρον κατέχει η μαρτυρία που ήθελε τον Τσαφέντα να κλαίει μες στη φυλακή, λέγοντας πως δεν επιτρεπόταν σε ένα Χριστιανό να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή. 
Αγαπητός ανάμεσα σε όσους γνώρισε, αινιγματικός και απρόσιτος την ίδια στιγμή. Οι κακκουχίες της φυλακής δεν τον έκαμψαν. Άλλωστε όταν έπραττε τη δολοφονία γνώριζε πως το μέλλον του δεν επρόκειτο να είναι ευοίωνο. Δεν μπορούσε όμως να φανταστεί πως στο πρόσωπό του οι ιθύνοντες του «άπαρτχαϊντ» αντίκριζαν ένα σοβαρό κίνδυνο, ικανό να θρέψει μια λαϊκή εξέγερση με απροσδιόριστα αποτελέσματα για τους Afrikaaners και την παγιωμένη κατάσταση εκμετάλλευσης εις βάρος του αυτόχθονου πληθυσμού.

Μελετώντας την υπόθεση του Δημήτρη Τσαφέντα και προσπαθώντας να ξεπεράσει κανείς τα κοινωνικά, καθιερωμένα πρότυπα, όπως αυτά που θέλουν το όνομά του να συνιστά μέρος μιας «αργκό» φρασιολογίας, η οποία δεν εκτιμά τίποτα πέρα από το αποτέλεσμα, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ο Τσαφέντας, κατάφερε με την πράξη του να επιφέρει ένα βαρύ τραύμα σε ολόκληρο το καθεστώς της Νοτίου Αφρικής, εκφράζοντας το συναίσθημα ενός πληθυσμού, ο οποίος είχει μεταβληθεί σε ένα καθολικό περιθώριο. 
Όλες οι επόμενες «σελίδες» της ιστορίας επιβεβαιώνουν τον κανόνα που θέλει τη μοίρα κάθε ήρωα σκληρή και ανελέητη, αντίστοιχη με εκείνη του ασκητή ή του μάρτυρα. Μια αντιστοιχία η οποία στηρίζει τη βάση της στο γεγονός πως κάθε πράξη δικαίου, όπως και αν εκφράζεται απαιτεί μια ακλόνητη πίστη, την οποία μόνο ένας στρατευμένος νους μπορεί και να έχει. Η παραφροσύνη του Τσαφέντα αποτέλεσε ένα τέχνασμα για να αποφύγει ο ίδιος τη φυλάκιση. 

Η τύχη όμως δεν στάθηκε με το μέρος του και οι εμπειρίες των 25 χρόνων συνέβαλα καθοριστικά ώστε να κλονιστεί ο ψυχικός του κόσμος ανεπανόρθωτα. Υπεύθυνο για τη μοίρα του Τσαφέντα, εκτός από τον ίδιο είναι το σύστημα και η τάση του να δημιουργεί μειοψηφίες. Ο Δημήτρης Τσαφέντας αποτελεί ένα ήρωα, μια σημαδεμένη ψυχή, στην πράξη του οποίου εκφέρεται η διαχρονική απαίτηση για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Χριστιανός, κομμουνιστής, μόνος και ήρωας.
 Ο Δημήτρης Τσαφέντας, μια εν ζωή αντίφαση. 
Η ελευθερία του κειμενογράφου διευκολύνει το γράφοντα να επιλέξει την ιδιότητα του ήρωα, αφού μες σε αυτήν αντικρίζει την καταφατική και συγκλονιστική στάση αυτού του ανθρώπου

Σαν σήμερα, 10/10/1999, πέθανε ο τυραννοκτόνος Δημήτρης Τσαφέντας


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...ό,τι έχετε ευχαρίστηση..